12/8/07

Στην κεντρική Ελλάδα - Ιούλης του ´86
Η Ελλάδα των βουνών



Πέμπτη 3 Ιουλίου 1986



Ξεκίνησα το ταξίδι μου πριν από 3 μέρες από τη Θεσσαλονίκη. Βρίσκομαι στη ραχοκοκαλιά της Πίνδου, στο ήσυχο Περτούλι με τα λιβάδια του. Απόψε το βράδυ, θα μείνω στο ελατόδασος. Έφτασα στο σκοπό του ταξιδιού αυτού, έφτασα στη Μέκκα μου. Από προηγούμενες επισκέψεις σε αυτό το μέρος, γνωρίζω τα μέρη αρκετά καλά. Ήρθα για να θυμηθώ και να εξερευνήσω λίγο περισσότερο τα ελατοδάση. Για μερικές ημέρες θα γεμίζω τις μπαταρίες μου.

Κυριακή 6



Μετά από 4 μέρες περιπλάνησης στα μυστικά της Πίνδου, δεν φεύγω από αυτό το μέρος εάν δεν επισκεφθώ και ένα άλλο αγαπημένο σημείο του δάσους. Είναι ένα μικρό ξέφωτο με φτέρες, που περιστοιχίζεται από έλατα ψηλά ίσαμε 25-30 μέτρα. Το αγαπημένο αυτό μέρος έχει τις νοστιμότερες φράουλες του κόσμου!

Είναι ένα ήσυχο απόγευμα. Έχει μια ελαφριά διάχυτη συννεφιά. Φτάνω στο ήσυχο ξέφωτο. Στα ρουθούνια μου φέρνει ο αέρας για μια στιγμή μια συναρπαστική ευωδιά άγριου ρόδου.

Στέκομαι ακίνητος. Δεν κουνιέται ούτε φυλλαράκι. Διάχυτο φως πέφτει κάθετα προς το έδαφος μέσα στο ξέφωτο που ορίζεται από τους κάθετους τοίχους που σχηματίζουν τα έλατα με το βαθυπράσινο φύλλωμα, τα σύνορα του σκοτεινού δάσους.

Αφουγκράζομαι. Υπάρχει μια τέλεια, μια άκρα σιγή. Η σιωπή που υπάρχει αποτελεί τον ορισμό της σιωπής. Η παραμικρή σου κίνηση καταγράφεται από τα ξωτικά του δάσους.

Το πόδι μου σηκώνεται σιγά σιγά για το επόμενο βήμα του. Το πέλμα ακουμπά απαλά στα χορταράκια. Μπροστά μου στην άκρη του ξέφωτου μέσα από τις φτέρες πετάγονται 5 ή 6 κεφάλια ζαρκαδιών. Τα μάτια τους με καρφώνουν για ένα δέκατο του δευτερολέπτου. Τινάζονται ακαριαία σαν ελατήρια και εξαφανίζονται μέσα στο πυκνό δάσος με ένα-δυο πηδήματα.

Όλο το γεγονός δεν κράτησε περισσότερο από ένα δευτερόλεπτο. Η λάμψη των ματιών τους με μάγεψε.

Το σάλτο που έκαναν από στάση ήταν ασύλληπτο. Κάποτε οδηγούσαμε με έναν φίλο τα ποδήλατά μας στις ερημιές του Πηλίου και βγαίνοντας από μια στροφή πέσαμε μπροστά σε ένα αγριογούρουνο. Το ζώο κατατρόμαξε και εξαφανίστηκε φυσικά, αλλά εκείνο που μάς εντυπωσίασε ήταν τα ίχνη που άφησε ο τεράστιος όγκος πάνω στο χωματόδρομο. Ήταν τέτοια η δύναμή του, που οι οπλές του στα πρώτα δυο βήματα της εκκίνησης χώθηκαν μέσα στο συμπιεσμένο χώμα του δρόμου τουλάχιστον πέντε πόντους! Αλλά αυτή η περίπτωση είναι πραγματικά ασύλληπτη! Στο σημείο όπου βοσκούσε το κοπάδι βλέπω ότι δεν υπάρχουν στη γη σημάδια απλώς αλλά τρύπες! Και η απόσταση από το σημείο αυτό μέχρι το σημείο που προσγειώθηκαν μετά το πρώτο σάλτο τους είναι τουλάχιστον 8 μέτρα!

Πώς να ξεχάσεις εκείνα τα μάτια; Πώς να ξεχάσεις εκείνο το βλέμμα; Πραγματικά δικαιώνουν το όνομά τους (ζα-δέρκομαι). Γεμίζω τις χούφτες μου με τις λαχταριστές αγριοφράουλες και τις υψώνω σπονδή στους θεούς του δάσους, με την ευχή την επόμενη φορά που θα συναντηθούμε να με φοβηθούν λιγότερο, να μου δώσουν περισσότερο την εμπιστοσύνη και την εύνοιά τους. Μεταλαμβάνω την τροφή και κάνω και τη δεύτερη ευχή: να πάρω λίγη από τη δύναμή τους. Ένα ελάχιστο κομμάτι της θα μου ήταν αρκετό.

Φωτο

Πρέσπες - Οκτώβρης του 1985
Μια ακόμα Άλλη Ελλάδα



Το τραίνο Θεσσαλονίκης-Κοζάνης έχει μια ανεπανάληπτη γραφικότητα. Ταξιδεύοντας μέσα σ΄ αυτό, ταξιδεύεις θαρρείς σε άλλη εποχή. Παμπάλαιο και αργό, όσο δε γίνεται άλλο. Ένα επαρχιακό τραίνο απολαυστικό, αρκετά σαράβαλο, αρκετά θορυβώδες, πολύ μαυρισμένο από την καπνιά και τον χρόνο. Κι όμως, εξαιρετικά ανθρώπινο.

Στα κομμάτια εκείνα της διαδρομής όπου περνά από μέρη με περισσότερο κόσμο, στο κουπέ όπου βρίσκομαι συναθροίζονται επαρχιώτες κάθε είδους. Η παρατήρηση και μόνο αυτών των ζωντανών ανθρώπων είναι ένα μάθημα ψυχολογίας, μια ατελείωτη σπουδή.

Το τραίνο συνεχώς σταματά. Σταματά και ξεκινά. Περισσότερο χρόνο λες βρίσκεται σε στάση παρά σε κίνηση! Σε κάθε στροφή, περιμένεις κάποιο χέρι να βγει πίσω από τους θάμνους, κάποιος που θα θέλει να πάει από το χωράφι του δίπλα στο χωριό του.
«Ένα το ταξίδι, οι προορισμοί όσοι και οι ταξιδιώτες»...

Λίγα μέτρα μετά τον σταθμό της Έδεσσας ξεκινά μια πολύ απότομη ανηφόρα. Μπαίνεις στον πειρασμό να κάνεις εκτιμήσεις για την κλίση της σιδηροτροχιάς από την υπερβολική κλίση που παίρνει το βαγόνι μέσα στο οποίο βρίσκεσαι! Όλα τα αντικείμενα γέρνουν προς τα πίσω πολύ! Μα... τι γραμμή φτιάξανε; Ακριβώς τότε το τραίνο σιγά-σιγά ακινητοποιείται (πάλι!) και η μηχανή στο μεταξύ ακούγεται από μπροστά να βογγάει σα διαβολεμένο θεριό. Το τραίνο έπειτα... γυρίζει προς τα πίσω. Αντί να πάει μπρος πάει πίσω! Επιστρέφουμε δειλά-δειλά πίσω στην αποβάθρα του σταθμού και θα πρέπει να περιμένουμε τώρα δύο ολόκληρες ώρες. Γιατί; Τι έγινε ρε παιδιά;

Βγαίνει ο κόσμος και κάθεται στο γρασίδι. Περιμένουμε λέει να έρθει μια μηχανή από τη Βέροια, ώστε να βοηθήσει στο σπρώξιμο για να μπορέσει το τραίνο να βγάλει την ανηφόρα. Αχ Ελλαδάρα... δεν ξέρουν από πριν τη δύναμη της μηχανής; Ή δεν μπορούν να έχουν μια μηχανή εφεδρική εδώ στην Έδεσσα; Το καταπληκτικό είναι ότι αυτό γίνεται λέει συχνά! Ο κόσμος κάθεται έξω λοιπόν όπου βρει και περιμένει τη μηχανή να έρθει από τη Βέροια...

Μετά και από την περιπέτεια αυτή, που ήταν ένα κερασάκι στην τούρτα με αυτό το απίθανο τραίνο, ξεκινώ επιτέλους να ποδηλατώ από το Αμύνταιο όπου το τραίνο με άφησε όταν η μέρα έχει πολύ προχωρήσει. Είχα προγραμματίσει να αρχίσω να ποδηλατώ το μεσημέρι, ας όψεται όμως η ελληνική νοημοσύνη και τα τραίνα της. Κατασκηνώνω βιαστικά δίπλα σε μια ερημική πηγή, σε ένα θερισμένο χωράφι. Ανάμεσα στα γύρω λοφάκια, το φεγγαρόφωτο διαχέεται στο ανοιχτόχρωμο άχυρο που καλύπτει τα χωράφια. Είναι ένα όμορφο ερημικό μέρος, που γνώρισα μόνο και μόνο χάρη στην νεοελληνική νοημοσύνη.

Παρασκευή 4



Τα μέρη μέχρι την Φλώρινα είναι τόσο πλούσια, αλλά και έρημα. Τι αντίθεση! Είναι παράδοξο να βλέπεις τόπους τόσο παραγωγικούς κι ωστόσο να μη συναντάς ανθρώπους. Όλα έχουν την σφραγίδα της εγκατάλειψης. Ένας τόπος στοιχειωμένος. Παρατημένη ελληνική επαρχία.

Η πόλη της Φλώρινας δεν μπορώ να πω ότι μού αρέσει ιδιαίτερα, άδειοι δρόμοι, λιγοστός κόσμος, κτίρια πεταμένα εδώ κι εκεί. Είναι η πρώτη εικόνα, η σφραγίδα της στιγμής. Είναι η πρώτη εντύπωση που θρονιάζεται στο μυαλό σου. Στην έξοδο της πόλης, βλέπω από μακριά έναν φράχτη και μέσα εκεί μια καμήλα. Αλλά αρχίζει η ανάβαση στον Βαρνούντα.

Από την Φλώρινα μέχρι την κορφή στην Βίγλα, η διαδρομή απλώς συμβαίνει να είναι δύσκολο να περιγραφεί με τα λόγια. Είναι κάτι που πρέπει να το ζήσεις. Και να το ζήσεις με αυτόν τον τρόπο...

Ο δρόμος ανεβαίνει μέσα από πυκνά δάση, που έχουν οπωσδήποτε όλα τα χρώματα του κόσμου. Τα τοπία αυτά θυμίζουν τα πόστερ που κυκλοφορούν στο εμπόριο με εικόνες από τα πλατύφυλλα δάση του Καναδά στο φθινοπωρινό τους φύλλωμα. Να ο «Καναδάς» της Ελλάδας! Το μάτι μου ξεκουράζεται χωρίς να χορταίνει το χώρο. Ειδικά αυτή τη στιγμή του έτους, αυτό το βουνό είναι ανεπανάληπτο. Είναι ασύγκριτο.

Σταματώ σ΄ ένα σημείο του δρόμου, μεθυσμένος από το τοπίο που αντικρύζω. Απέναντι απλώνεται μια πλαγιά με όλα τα χρώματα και εκεί κάτω βόσκουν σ΄ ένα πράσινο λιβάδι μια χούφτα πρόβατα.

Βρίσκομαι καταμεσής σε μια άλλη Ελλάδα, αυθεντική, την Ελλάδα των βουνών. Δεν είναι η γνωστή Ελλάδα της θάλασσας. Ο κοσμάκης τρέχει στην παραλία, στην πολυκοσμία, τη βρώμα, το σκουπίδι, το θόρυβο. Τού αρέσουν λες αυτά, αρκείται σε αυτά, προτιμά τον εύκολο δρόμο. Ο κόσμος δεν ξέρει, δεν θέλει να πάρει τον δύσκολο δρόμο - αλλά και αυτόν που έχει ενδιαφέρον. Στενή η πύλη, αλλά βγάζει σε μια άλλη ποιότητα ζωής, σε μια άλλη ποιότητα των πραγμάτων.

Η διάβαση Πισοδερίου στο διάσελο μεταξύ Βαρνούντα και Βέρνου είναι στα 1550 μέτρα ψηλά. Ρουφώ με όλη μου την ύπαρξη το καθαρό οξυγόνο αυτού του κόσμου. Έφτασα εδώ πάνω χωρίς να κατεβώ καθόλου από τη σέλλα μου. Αυτό είναι υπέροχο, νιώθω πολύ δυνατός. Το περιβάλλον εδώ είναι τόσο ατίθασο, τόσο άγριο, τόσο καθαρό, τόσο παρθένο. Θαρρώ ότι δεν μπορώ να καταλάβω αν εδώ πάνω ο κόσμος τελειώνει ή αρχίζει.

Ο ασυνήθιστος χώρος φέρνει ασυνήθιστες σκέψεις. Αυτή η άλλη Ελλάδα που ανακαλύπτω ποια είναι; Η δεύτερη ή η πρώτη; Ερημιά. Ο δρόμος άδειος. Ψυχή πουθενά. Ξεκινώ στην κατηφόρα. Κάνει κρύο.

Βρίσκω μια πηγή δίπλα στον δρόμο, αλλά είναι δώρον άδωρο, γιατί το νερό της είναι τόσο κρύο που είναι αδύνατο να πιω. Θα το βάλω όμως στο παγούρι μου, για να το πιω αργότερα.

Σαν από θαύμα, αφήνω τις εικόνες αυτού του κόσμου να ζωγραφίζονται η μια μετά την άλλη στα μάτια, στη μνήμη μου. Μυρωδιές, ήχοι, χρώματα, σχήματα, τοπία μεγάλα και μικρά, απόμερες γωνιές γεμάτες γη και ουρανό. Παρακαταθήκες έξω από τον ανθρώπινο χρόνο, στον χρόνο του κόσμου. Έξω από τον ατομικό χρόνο, στο συλλογικό χρόνο.

Το Πισοδέρι είναι ένα χωριό που θα ταυτίσω εννοιολογικά με την εγκατάλειψη. Από το Αντάρτικο περνώ επίσης βιαστικά, αλλά για άλλο λόγο πια. Γιατί έχω ήδη αντικρύσει από μια στροφή του δρόμου το πανόραμα των λιμνών.

Οι Πρέσπες μού δίνουν από την πρώτη στιγμή να καταλάβω κάτι. Να νοιώσω μεμιάς ό,τι μού αρκεί να γνωρίζω γι΄ αυτόν τον χώρο. Είναι ένας χώρος στον οποίον θα μπορώ να αποσύρομαι όταν θα ζητώ την απόλυτη αφαίρεση, την απόλυτη απόσταση. Οι Πρέσπες είναι ένας παράδεισος για δύο ειδών ανθρώπους: για ζωντανούς νεκρούς και για ζωντανούς.

Ζωντανούς νεκρούς θα δεις αρκετούς. Δυστυχώς. Με τη συνεπικουρία των τελευταίων επιτευγμάτων της τεχνολογίας και με όλο τους το νοικοκυριό, κουβαλούν κάποτε-κάποτε με ένα τροχόσπιτο το σπίτι τους όπου πάνε, επειδή δεν ξέρουν πώς να κάνουν σπίτι τους τον χώρο όπου πηγαίνουν και όπου βρίσκονται. Αυτοί από πουθενά δεν λείπουν, αλλά είναι ένα ευτύχημα που αυτή την εποχή του χρόνου δεν κυκλοφορούν εδώ πολύ.

Μέσα και μετά από την ανθρώπινη απουσία, την ερημία αυτού του χώρου, αισθάνομαι τη βαθειά επαφή με αυτό τον κόσμο. Το ποδήλατο μού δίνει την απέραντη χαρά της άμεσης επαφής, της έκθεσης στα στοιχεία. Για στέγη σου ο ουρανός, για τοίχους έχεις τους ανέμους, τα αγέρια του βουνού, τροφή σου ο πλούτος του δάσους, χαρά σου το τραγούδι, οι ήχοι της φύσης.

Για τα πουλιά της Μικρής Πρέσπας κυρίως είναι που ανακηρύχτηκε η περιοχή Εθνικός Δρυμός. Τα ιπτάμενα πλάσματα είναι ένας από τους λόγους που με έφεραν εδώ. Πριν ξεκινήσω, έμαθα από το πανεπιστήμιο ότι υπάρχει το παρατηρητήριο, όπως επίσης και για τα δύο άτομα που αυτή την εποχή κάνουν μια μελέτη για τα πουλιά. Δεν βρήκα όμως άκρη. Παράδοξο, αλλά περισσότερα μαθαίνεις πριν έρθεις στο χώρο παρά όταν έρθεις, γιατί όταν έρθεις βρίσκεις μόνο εγκατάλειψη. Οι πανεπιστημιακοί κάνουν τη δουλειά τους, αλλά έχουν να αντιμετωπίσουν πολύ αρνητικές συνθήκες. Σ΄ αυτή τη χώρα οι εθνικοί δρυμοί και τα τοιαύτα απόμειναν μόνο μέσα στην φαντασία μερικών «ρομαντικών» (τι βρισιά κι αυτή!) και στα χαρτιά και τα ψεύτικα λόγια των πολιτικών και των υπόλοιπων ποντικών των τσιμεντουπόλεων.

Καθώς βρίσκομαι τώρα μέσα στον χώρο αυτό, νιώθω τις Πρέσπες μέσα στη σιωπή τους, αφουγκράζομαι επί τόπου. Εδώ μού αποκαλύπτουν οι ίδιες το μυστικό τους. Είναι που μού λένε «Χόρτασε όσο μπορείς! Ευτυχώς που είναι έτσι, φίλε. Γιατί αν οι αχόρταγοι ξεχύνονταν σε κάθε γωνιά, τίποτα δεν θα είχε μείνει ακαταβρόχθιστο. Άφησέ τους αυτούς εκεί να βράσουν στο ζουμί τους κι εσύ ζήσε». Και μόνο που οδηγείς το ποδήλατό σου μέσα σ΄ αυτό το γαλήνιο χώρο, στους άδειους μικρούς δρόμους, χωρίς κανένας απολύτως θόρυβος να μπορεί να σε φτάσει, δημιουργείται μέσα σου ένας καινούργιος χώρος μνήμης. Χαράζεται στην πολύτιμη εύπλαστη πέτρα της ψυχής σου κάτι καινούργιο. Μια αέναη παρουσία, που γνωρίζεις ότι ποτέ σου δεν θα χάσεις, ποτέ δεν θα ξεχάσεις.

Στη Μικρολίμνη, κάθομαι στο καφενεδάκι σε μια ψάθινη καρέκλα, κάτω από μια πρόχειρη στέγη με καλάμια. Ο καφενές είναι κλειστός.

Δεν υπάρχει κανείς κοντά. Το νερό της λίμνης αρχίζει ακριβώς δίπλα μου με ένα φλοίσβο τόσο διακριτικό, που πρέπει να καταβάλεις έστω και μια μικρή προσπάθεια για να τον αντιληφθείς, να συγκεντρωθείς για να ακούσεις το λεπτότατο ήχο. Μια μισοχαλασμένη μπλάβα, μισή μέσα στο νερό μισή έξω, λικνίζεται ελαφρότατα, ανεπαίσθητα.

Στο μακρυνό τέλος της υγρής επιφάνειας σηκώνεται ένα βουνό. Σε τέτοιες στιγμές είναι που δεν ξέρεις ποιον να ευχαριστήσεις που έχεις μάτια και αυτιά. Που έχεις ψυχή. Όποιος δεν βρέθηκε σ΄ αυτή τη ψάθινη καρέκλα στο καφενεδάκι της Μικρολίμνης το μεσημέρι της Παρασκευής της 4ης Οκτωβρίου του 1985, δεν μπορεί να ξέρει τι θα πει γαλήνη.

Σ΄ ένα λιβάδι, αγελάδες βόσκουν το λιγοστό γρασίδι. Μετά την Κούλα, μια σύντομη σκληρή ανηφοριά και μια άλλη κατηφοριά θα αναλάβουν να με οδηγήσουν στους Ψαράδες.

Ψηλά στο διάσελο υπάρχει βέβαια το μοναδικό δάσος με τα κέδρα. Δέντρα που μοιάζουν από μακριά με κυπαρίσσια, αλλά δεν είναι κυπαρίσσια. Είναι μεγάλα κέδρα. Το ύψωμα μάλιστα αυτό ονομάζεται Κεδρώνας.

Ψαράδες. Τι χώρος! ... Κάθομαι στην μικρή αποβάθρα. Δεν είναι μόνο που ξέρω με το μυαλό μου ότι βρίσκομαι στο ακριτικότερο χωριό της Ελλάδας, αλλά ακόμα και αν δεν το ήξερα, αν με έφερναν εδώ με κλειστά μάτια χωρίς να μου πουν πού βρίσκομαι, ίσως άρχιζα να μαντεύω. Υπάρχει λένε μερικοί μια άγνωστη μνήμη μέσα μας, μια ανεξερεύνητη παρακαταθήκη που κρύβει όλη μας τη ζωή. Θα ήξερα πάντως ότι βρίσκομαι σε χώρο που έχει κάτι το πολύ ιδιαίτερο. Η ατμόσφαιρα δεν είναι η ίδια με αυτήν από κανέναν άλλο τόπο. Είναι οι παρθένοι χώροι, αυτοί οι λιγοστοί χώροι που δεν έχουν ακόμα μολυνθεί από το μικρόβιο της κακώς εννοούμενης «προόδου», αυτοί που διατηρούν τη δική τους ταυτότητα. Τη δική τους προσωπικότητα, γνωστή ίσως για κάποιους αλλά και αποκλειστικά δική τους. Πόσο εύχομαι αυτό να κρατήσει για πάντα...

Καμμιά δεκαριά ηλικιωμένοι κάθονται στην προκυμαία μαζί με τον παπά. Έχουν την πλάτη στραμμένη προς το νερό και λένε τα δικά τους. Η γλώσσα τους οπωσδήποτε δεν είναι τα γνωστά ελληνικά. Πιο πέρα κάθεται ένας χοντρός με μούσι, πλάι σε μια μοτοσυκλέτα. Μια γριά μαύρη και καμπουριαστή, φιγούρα απόλυτα ταιριαστή στο χώρο αυτό, διασχίζει αργά το μικρό παραλιακό δρόμο, περιφέρει την ύπαρξή της, σέρνει τα πόδια της σ΄ όλο το μήκος της ακτής. Αργά αργά, η διάβασή της είναι μια μακρόσυρτη ιεροτελεστία.

Ο άγριος ήχος από ένα αλυσοπρίονο έρχεται από κάπου μέσα στο χωριό, ενώ κοντά μου ένας βάτραχος περιοδικά βιάζει τη σιωπή του απογεύματος. Στο πρασινωπό νερό, πηδάει που και που κανένα ψαράκι, με ένα λεπτούτσικο «πλιτς». Η όχθη της λίμνης είναι γεμάτη από γαϊδούρια, άλλα σεργιανίζουν τον τόπο σε μάταιη αναζήτηση κάποιου ίχνους γρασιδιού να φάνε, ενώ άλλα κυνηγιούνται και καβαλλικεύονται.

Πως κυλά ο χρόνος... Τώρα τα βατράχια αρχίζουν ξαφνικά να φωνάζουν όλα μαζί.

Το χωριό δείχνει μισοερειπωμένο, στα χρώματα της γης και της φθοράς ξεδιπλώνεται αμφιθεατρικά στη μικρή πλαγιά. Σε μια μακρυνή γωνιά του κολπίσκου, βλέπω σταματημένο ένα τουριστικό αυτοκίνητο. (Πρόκειται για ξένους, μπορώ να παρηγορηθώ ότι δεν είμαι ο μόνος ξένος αυτή την στιγμή εδώ.)

Κάποιος κάνει αυτό που χρειάζονταν, κάνει τη θαυμάσια κίνηση: παίρνει μια μπλάβα και μπαίνει ήσυχα στο νερό. Τα κουπιά χαρίζουν ένα γλυκό ήχο. Ο γερμένος ήλιος του χρυσίζει τα μαλλιά, το μάγουλο. Και μετά, καθώς στρίβει η βάρκα, το πρόσωπο, τα κουπιά, τους κύκλους στο νερό. Έρχεται και μια άλλη βάρκα με δυο γυναίκες. Έχω μαζί μου φωτογραφική μηχανή δεν θέλω να τη βγάλω έξω! Δεν θέλω να παρεμβληθώ στη στιγμή. Ας πιάσω τώρα τη στιγμή, να την έχω για πάντα μαζί μου, όχι απλά στο φωτογραφικό φιλμ, αλλά μέσα μου - στο φιλμ της ψυχής μου.

Απολαμβάνω το απόγευμα. Κάθομαι στην άκρη της αποβάθρας για πολλήν ώρα και ίσως γι΄ αυτό να ήρθε να μου μιλήσει ένας ντόπιος. Φοράει Nike παπούτσια. Η γλώσσα είναι τα μακεδονίτικα.

Για το βράδυ είμαι κατασκηνωμένος έξω από τον Λαιμό. Αφήνω τη σκηνή και τα πράγματά μου στην κοινή θέα και πηγαίνω μια βόλτα μέσα στο χωριό, μήπως και βρω τρόφιμα. Έχω μια καταπληκτική αίσθηση ότι από κανέναν δεν κινδυνεύω και από τίποτα εδώ.

Σάββατο 5



Ανηφορίζω για τον Άγιο Γερμανό. Βρίσκω επιτέλους κάτι που να τρώγεται: χαλβά και ψωμί! Λοιπόν είναι καταπληκτικό το πόσο δύσκολα βρίσκεις τρόφιμα να αγοράσεις σε τέτοια απόμακρα χωριά. Και ο λόγος είναι πολύ απλός: οι άνθρωποι καλύπτουν τις ανάγκες τους μεταξύ τους και λίγα πράγματα απομένουν που πρέπει να τα αγοράσουν. Έχουν τα ζώα τους, τον κήπο τους... ζουν κοντύτερα στις φυσικές δυνάμεις. Κι έτσι επιτέλους πρέπει να είναι. Πραγματικά, αν χρειάζεσαι κάτι να φας καλύτερα να ρωτήσεις σε σπίτι, μην ψάχνεις για μαγαζί!

Αφήνω το ποδήλατο μόνο του σε έναν ερειπωμένο τοίχο και με τη φωτογραφική μηχανή μαζί μου, ανεβαίνω έναν λόφο. Σε λίγη ώρα θα φτάσω σε ένα σημείο με καλή θέα.

Δίπλα στη λίμνη υπάρχουν περιοχές με καλαμώνες, περιοχές κίτρινες, κόκκινες, καφέ. Ο Άγιος Γερμανός απλώνεται στα πόδια μου, μέσα στο οροπέδιο και από πάνω του υψώνεται ένα γκρίζο, άγριο και κατάξερο βουνό ως την κορυφογραμμή απ΄ όπου αρχίζει η Γιουγκοσλαβία.

Το τελευταίο πράγμα που θα μπορούσες να κάνεις σε έναν τέτοιο κόσμο είναι να βιαστείς. Χωρίς να βιάζομαι, έρχεται μεσημέρι όταν ξεκινώ για Καστοριά. Από την διασταύρωση κοντά στο Αντάρτικο και κάτω, υπάρχει μόνο χωματόδρομος πια.

Βρίσκομαι μέσα σε τέτοια ερημιά, που νομίζω ότι ποτέ μου δεν έχω ξανασυναντήσει στη γη. Ο δρόμος ελίσσεται στενά κατά μήκος μιας κοιλάδας, ανάμεσα σε δασωμένους καταπράσινους όγκους. Οι μόνοι ζωντανοί οργανισμοί, οι μόνοι εκπρόσωποι του ζωντανού κόσμου που υπάρχουν δίπλα μου, είναι τα δέντρα του δάσους.

Τουλάχιστον δυο ώρες περνούν έτσι, δηλ. χωρίς να συναντήσω τίποτα το έμψυχο. Ποδηλατώ ήρεμα και απορροφιέμαι στο περιβάλλον. Από κάπου μακριά στο δάσος, ακούγεται ένα μουγκρητό, θα μπορούσε να είναι π.χ. αγελάδα ή ελάφι.

Ξαφνικά, τελείως αναπάντεχα μέσα σ΄ αυτή την ερημιά, προσπερνώ έναν χωρικό που τραβά με ένα σκοινί επίμονα μια αγελάδα. Τι αστεία σκηνή! Ούτε εγώ λέω τίποτα, ούτε αυτός σε μένα, μόνο σταματά και κοιτά επίμονα. Με κοιτά, και αυτός και η αγελάδα! - τι τους έμελλε να συναντήσουν σήμερα... Κοιταζόμαστε, μέχρι που χάνομαι πίσω από τη στροφή του δρόμου.

Όμως για να συναντήσω άνθρωπο μάλλον θα υπάρχει χωριό κοντά. Στη διασταύρωση για Γάββρο, σταματώ. Ο δρόμος συνεχίζει άσχημος, δεν ξέρω πού μπορεί να νυχτώσω και θα ήταν προτιμότερο να κατασκηνώσω στο χωριό. Θα παίξω κορώνα-γράμματα αν θα μείνω εδώ ή αν θα συνεχίσω. Ξαφνικά εμφανίζεται ένας γύφτος με όλο του το βιος, άψυχα και έμψυχα. Αγροτικό ντάτσουν. Η καρότσα γεμάτη καρπούζια, η ζυγαριά κρέμεται από πίσω και πηγαίνει πέρα-δώθε ντάγκα-ντούγκα. Μέσα από το παρμπρίζ κρέμονται τόσα χαϊμαλιά, ώστε να του επιτρέπουν να βλέπει στοιχειωδώς πού οδηγεί το αυτοκίνητο. Στη θέση του συνοδηγού κάθεται η συμβία με μερικά κουτσούβελα. Το πόσα είναι άγνωστο, αυτή πάντως δεν χρειάζεται να βλέπει καθόλου και έτσι η δεξιά πλευρά του συνοδηγού είναι γεμάτη από κεφάλια, χέρια, πόδια, ανθρώπους μαλλιά-κουβάρια.

Τελικά, δεν θα διανυκτερεύσω εδώ σ΄ αυτό το χωριό. Πετάμε το ποδήλατο πάνω στα καρπούζια. Επιμένει να μπω και εγώ μπροστά! Όσο αυτός επιμένει τόσο εγώ αρνούμαι! Από την οροφή θέλω να βλέπω το τοπίο φίλε μου...

Επειδή έχει τέντα στο αμάξι, ανεβαίνω στη σχάρα που έχει πάνω από τον ουρανό. Απολαμβάνω τη διαδρομή από ψηλά και κρατιέμαι από όπου μπορώ καθώς τρέχει σα διάβολος! Δεν θα ήθελα να με αδειάσει σε καμμιά στροφή. Θυμάμαι το ανέκδοτο με τη γύφτισσα που φώναξε στον άντρα της να σταματήσουν γιατί έπεσε στη στροφή ένα μικρό κι αυτός της λέει ότι δεν πειράζει, θα φτιάξουν άλλο. Εάν πέσω εγώ θα σταματήσουν;

Στο μεταξύ βέβαια παρατηρώ τα μέρη από όπου περνάμε. Κάπου στον Απόσκεπο τού ζητώ να σταματήσει. Είναι άσφαλτος πια και το πράγμα γίνεται επικίνδυνο με τη μεγάλη ταχύτητα που οδηγεί. Άλλωστε η Καστοριά είναι πια από κάτω μου. Το ποδήλατο έχει σπάσει δυο καρπούζια. Του λέω να τα πληρώσω, αρνείται. Μου δίνει σε μια σακούλα και ένα μισό σπασμένο καρπούζι χωρίς αντίρρηση. Είναι ωραίος.

Η θέα της λίμνης και της Καστοριάς στη δύση είναι αξιόλογη.

Κυριακή 6



Ξυπνώ με θερμοκρασία αέρα 4 βαθ. Κελσίου. Είναι η πρώτη φορά που έρχομαι στην Καστοριά. Βλέπω από μακριά μερικά αρχοντικά και κάνω το γύρο του λόφου του Προφήτη Ηλία. Από έναν τέτοιον τόπο, δεν προλαβαίνεις να δεις πολλά σε λίγες ώρες, έστω και σε μια μόνο μέρα. Θα επανέλθω κάποτε, με περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μου.

Δευτέρα 7



Ξυπνώ σε έναν αγρό, κάτω από τα Σέρβια, με την ένδειξη του θερμομέτρου στους 3,5 βαθμούς.

Όταν ταξιδεύεις με ποδήλατο, διάφορα αναπάντεχα μπορεί να συμβούν οποτεδήποτε. Λίγο μετά τη Λάρισα, αισθάνομαι κούραση, καθώς χθες και προχθές έκανα πολλά και δύσκολα χιλιόμετρα. Θα προτιμούσα λοιπόν ένα ωτοστόπ. Φυσικά κι αν δεν με πάρει κανείς δεν πειράζει καθόλου, απλά θα συνεχίσω με το ποδήλατό μου. Σύντομα όμως κάποιο αυτοκίνητο σταματά. Είναι δυο Αυστριακοί, με ένα σαραβαλάκι κλειστό ημιφορτηγό, που το διασκεύασαν μόνοι τους για διακοπές στο Γκρίχενλαντ. Σκληροροκάδες χίπιδες της παλιάς καλής εποχής.. με ρωτούν αμέσως αν μου αρέσει η ροκ. Φυσικά μου αρέσει, αλλά για κακή μου τύχη είναι από εκείνους που συγκινούνται όχι από τη μουσική αλλά από μια ειδική μορφή θορύβου. Στο μεταξύ αυτός που οδηγεί μάλλον είναι κυκλοθυμικός. Είναι ένας τύπος χοντρός, με φαρδύ τζην με τιράντες, με μούσια και τατουάζ στα χέρια, που όσο γλυκιά φάτσα έχει όταν σου μιλάει τόσο απαίσια γκριμάτσα κατεβάζει όταν ξεστομίζει κάτι ανομολόγητες αναμφίβολα βλαστήμιες στη γλώσσα του σ΄ αυτούς που τον προσπερνάνε κορνάροντας για να κάνει επιτέλους στην άκρη (ευτυχώς που τα γερμανικά μου δεν είναι τόσο καλά για να καταλαβαίνω τι λέει). Το σαράβαλο στερεοφωνικό που ουρλιάζει διάβολε μου έσπασε το κεφάλι... Άσε, δε θα τους ζητήσω να κατέβω, μη με παρεξηγήσουν κι έχουμε κι άλλα...

Πελοπόννησος - Ιούλης του ΄85
Το ταξίδι της συντροφιάς



Ο φίλος ο Μ. δεν έχει ποτέ του ταξιδέψει με ποδήλατο. Καιρός να το κάνει! Αγόρασε πρόσφατα ένα ποδήλατο, με το οποίο αρχίσαμε από καιρό να αθλούμαστε μαζί. Αυτό ήταν μια καλή απασχόληση, ανάμεσα στα άλλα της κοινής μας σε κάποιον βαθμό φοιτητικής ζωής. Το εξοπλίσαμε με σχάρες και σάκκους. Και καλά φρένα, καθώς ο Μιχάλης τα έχει τα κιλάκια του. Έτσι κι αλλιώς βεβαίως είναι απαραίτητο να έχεις καλά φρένα. Πρόκειται για μια αναγκαία συνθήκη ασφάλειας. Αποκτά το ζήτημα των φρένων ειδική σημασία για τη διαδρομή που πρόκειται να κάνουμε. Όταν κατεβαίνεις τις ελλαδίτικες κακοτοπιές με το ποδήλατο φορτωμένο, η κατάσταση δεν σηκώνει αστεία: όταν φρενάρεις πρέπει και να σταματάς!

Δευτέρα 8 Ιουλίου 1985



Εθνική οδός για Αθήνα και Ιούλιος μήνας, ένα πράγμα σημαίνει: κόλαση. Σήμερα θα φτάσω μέχρι το Μώλο. Θα περάσω το βράδυ κοντά στο χωριό. Αυτή είναι η τελευταία φορά που κάνω το λάθος καλοκαίρι καιρό να μην στήσω από την αρχή τη σκηνή μου. Ένας είναι ο λόγος: μισώ τα κουνούπια. Παρόλο που αυτά με αγαπάνε πάρα πολύ, με θεωρούν πολύ νόστιμο.

Τρίτη 9



Πρωί-πρωί μόλις ξεκινώ, μού τυχαίνουν δυο απανωτά λάστιχα (στην πίσω ρόδα που είναι και η δύσκολη περίπτωση) και αχρηστεύονται οι δυο από τις τρεις ρεζέρβες σαμπρέλλες που έχω μαζί μου. Εκπληκτικές συμπτώσεις που έχει η ζωή! Φυσικά δεν πτοούμαι. Μέσα στο Μώλο θα βρω ένα ταλαίπωρο ποδηλατάδικο και θα προμηθευτώ δυο επίσης ταλαίπωρες σαμπρέλλες, δυο φτηνότατα κατασκευάσματα από τον καιρό του Νώε για την κιβωτό μου, για προσωρινή αντικατάσταση των άλλων μέχρι να βρω καλύτερες. Πραγματικά, αυτές τις σαμπρέλλες πρέπει να είχε το ποδήλατο του Νώε.

Σήμερα αρκετά πριν νυχτώσει έφτασα στην Αθήνα. Η μέρα αυτή θα μείνει αξέχαστη για δυο λόγους, πρώτο γιατί έκανα τα περισσότερα χιλιόμετρα που έχω κάνει σε μια μέρα φορτωμένος (δηλαδή 200) και δεύτερο γιατί τα έκανα αυτά χωρίς κανένα πρόβλημα. Το βράδυ δεν ένοιωθα κουρασμένος. Αλλά υπάρχει και τρίτος λόγος: αναθεωρώ την άποψή που είχα μέχρι σήμερα για την αντοχή του νευρικού μου συστήματος! Τα βιβλία λένε ότι το νευρικό σύστημα είναι αυτό που καταπονείται πρώτο, πριν από το μυϊκό σύστημα. Ήμουν το βράδυ ωστόσο και ψυχικά μια χαρά, σώος και αβλαβής, παρόλο που ήταν αυτή η μέρα μια ολοκληρωτική και αποτρόπαιη δοκιμασία, σωματική, ψυχολογική, νευρική. Ο δρόμος ήταν μια καρμανιόλα, με συνεχή θόρυβο και κίνδυνο, έπρεπε να είμαι σε διαρκή εγρήγορση και ετοιμότητα. Διότι ήθελα να φτάσω ζωντανός. (Βρισκόμαστε στο έτος 1985 και στην εθνική οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης.) Ασταμάτητα περνάνε οι νταλίκες σε απόσταση επαφής από τον αγκώνα σου με 80 χιλιόμετρα την ώρα το λιγότερο.

Παρασκευή 12



Ξεκινάμε με τον Μ. πανέτοιμοι. Παράδοξο ίσως, αλλά απολαμβάνω να κυκλοφορώ στην Αθήνα με ποδήλατο. Έχω παρατηρήσει ότι οι οδηγοί με σέβονται στο δρόμο. Σε άλλη πόλη δεν αισθάνομαι πάνω στο ποδήλατό μου τόσο ασφαλής, σού δίνουν χώρο και δεν σε κορνάρουν. Κάποτε ένας Άγγλος φίλος, ταξιδεμένος με ποδήλατο σε πολλές χώρες του κόσμου, μού έλεγε το ίδιο πράγμα γι΄ αυτή την πόλη, χωρίς να παραλείψει να πει για το Λονδίνο ότι εκεί σε χτυπούν εν ψυχρώ και σε παρατάνε στη μέση του δρόμου σα σκυλί.

Στην έξοδο στα δυτικά προάστια είναι τέτοια η ατμοσφαιρική ρύπανση που τα μάτια και η μύτη τρέχουν και τσούζουν! Αυτό είναι το μεγάλο μειονέκτημα, όχι του να κυκλοφορείς με ποδήλατο σ΄ αυτή την πολη αλλά του να ζεις σε αυτή! Εκπληκτικό, η ρύπανση είναι το κάτι άλλο...

Πριν τον Ισθμό συναντάμε έναν ποδηλάτη Βραζιλιάνο! Μικρός ο κόσμος, πράγματι. Το βράδυ φτάνουμε στη Συκιά, λίγο πριν το Ξυλόκαστρο. Η σημερινή μας μέρα είχε κυκλοφορία και θόρυβο, δεν είχε πολύ ενδιαφέρον. Όμως και οι δυο μας πάμε καλά. Το ταξίδι προδιαγράφεται ευχάριστο.

Σάββατο 13



Από την παλιά εθνική οδό πάντα, φτάνουμε στον Ψαθόπυργο. Αυτός ο δρόμος, από την Κόρινθο μέχρι την Πάτρα, είναι από τις γραφικότερες διαδρομές της Ελλάδας και ειδικά της Πελοποννήσου. Περνάς μέσα από χωριά, χωρίς πολλή κίνηση και μέσα σε ένα κατάφυτο περιβάλλον. Περνάς μέσα από αυλές, σπίτια, νιώθεις λες και είσαι στη γειτονιά σου, πορτοκαλιές και λεμονιές, και έχεις στα δεξιά σου μια υπέροχη θάλασσα να σκάει στην ακτή. Έχεις την επιθυμία σε κάθε παραλιούλα να σταματήσεις για να την απολαύσεις.

Κατασκηνώσαμε κάτω από ένα αρχαιότατο ελαιόδεντρο. Δίπλα μας η θάλασσα είναι υπέροχη, είναι να την πιεις στο ποτήρι.

Κυριακή 14



Ο δρόμος από Πάτρα μέχρι Πύργο είναι τεράστιος και ανιαρός. Η σημερινή διαδρομή διαφέρει σημαντικά από τη χθεσινή. Περνάμε τη δοκιμασία της ζέστης σήμερα.

Κατασκηνώνουμε στον Άγιο Ηλία, ανάμεσα στις θίνες. Δεν έχω διάθεση για μπάνιο, έχει αρκετό κόσμο και φασαρία. Ο Μ. το κάνει. Βγαίνει μέσα από το πέλαγος, μπροστά από τον μεγάλο κόκκινο δίσκο του ήλιου που δύει.

Δευτέρα 15



Τα αυτοκίνητα εδώ κάτω λιγοστεύουν. Ο χώρος ησυχάζει. Κι αυτό είναι υπέροχο. Ο ήλιος χτυπά, και ο Μ. θα χρειαστεί την βοήθεια ενός αντιηλιακού.

Το σήμα κατατεθέν της Δυτικής Πελοποννήσου είναι οι μεγάλες παραλίες. Απέραντες, χιλιόμετρα άμμου ανοιγμένα στη θάλασσα. Ποτέ δεν ήμουν φανατικός λάτρης της θάλασσας, προτιμώ τη φύση στο σύνολό της. Ποτέ δεν ήμουν φανατικός λάτρης του μεγάλου, προτιμώ τους ισορροπημένους χώρους. Η Πελοπόννησος στο σύνολό της είναι ένας τέτοιος χώρος. Δεν είναι μόνο το φυσικό περιβάλλον, είναι η ιστορία, είναι ο πολιτισμός, όλα μαζί, δεν ταξιδεύεις περισσότερο από λίγες ώρες με το ποδήλατό σου, μέχρι να βρεθείς στον επόμενο αρχαιολογικό χώρο ή άλλο σημαντικό αξιοθέατο.

Για το βράδυ έχουμε στήσει τη σκηνή μας σε έναν ελαιώνα κοντά στα Φιλιατρά, αφού περιμένουμε ώσπου να βαρεθεί και να κλείσει το στόμα του ο διπλανός σκύλος, για να ησυχάσουν τα αυτιά μας επιτέλους.

Τρίτη 16



Η Πύλος είναι μια ήσυχη κωμόπολη, με μια γραφική παραλία και ιδανική για τα μικροψώνια σου. Στον δρόμο για τη Μεθώνη παρατηρώ έναν ιστό από την αράχνη Araneus diadematus με τεράστιο πλάτος, ίσα με τρία μέτρα και περισσότερο.

Ο Μιχάλης έχει ξαναδεί το κάστρο της Μεθώνης, εγώ όχι. Επειδή περισσότερο φοβάται για τα ποδήλατά μας (κλέψιμο το λέμε εμείς, δεν ξέρω πώς το λένε εδώ), μένει αυτός σε ένα καφενεδάκι μαζί τους κι εγώ επισκέπτομαι με την άνεσή μου το χώρο του κάστρου.

Πριν μπω μέσα, παρατηρώ από απόσταση το κάστρο, σα να προσπαθώ να μπω στη θέση του πορθητή. Φροντίζω και διαβάζω κάτι για τους αρχαιολογικούς χώρους και γενικά παίρνω πληροφορίες για όλα τα χαρακτηριστικά αξιοθέατα και τα σημεία ενδιαφέροντος που θα βρω στο δρόμο μου πριν τα επισκεφτώ. Όσο περισσότερα γνωρίζεις πριν δεις με τα μάτια σου κάτι, όταν βρεθείς στον τόπο εκείνο τόσο περισσότερα έχεις να καταλάβεις. Αυτό είναι κάτι που έχω διαπιστώσει ότι ο Έλληνας κατά κανόνα δεν το κάνει. Το πολύ-πολύ να μπει στον κόπο να θυμηθεί κάτι από εκείνα που άκουσε στην αξιοθρήνητη σχολική τάξη, αλλά αυτά είναι λιγοστά (και σα να μην έφτανε αυτό είναι και παραποιημένα από όλα τα ιδεολογικά στοιχεία που έχουν παρεισφρύσει στην εκπαίδευση).

Πριν ακόμα περάσεις την πύλη αρχίζεις να θυμάσαι. Με-θώ-νη: τι ήχος! από το στόμα στα αυτιά σου τρεις φθόγγοι από τα βάθη των αιώνων - λέξη πανάρχαια, μυθική, κόρη του Οινέα. Για τα πολλά της αμπέλια ο Αγαμέμνονας την υποσχόταν στον Αχιλλέα. Τα πολλά αμπέλια σήμαιναν πολύ κρασί, το πολύ κρασί σήμαινε καλοπέραση, να λοιπόν ένας ακόμα παραδεισένιος τόπος για τους αρχαίους ημών προγόνους. Ανέκαθεν το κρασί ήταν η παρηγοριά της ανθρώπινης μοίρας. Κυνική η ανθρώπινη ιστορία: η πρώτη τεχνολογία που ανέπτυξε ο άνθρωπος ήταν η οινοποιΐα, η τεχνολογία της φυγής. Αυτοί που το ήξεραν αυτό καλά δεν έπιναν τόσο πολύ οι ίδιοι, ήθελαν όμως να έχουν δικό τους έναν τόπο που βγάζει πολύ και καλό κρασί για να το πίνουν οι υπήκοοι για να εξουσιάζονται καλύτερα. Η ανθρώπινη ιστορία είναι η ιστορία της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο, της βίας, της αρπαγής, του πολέμου.

Από παλιά λοιπόν η Μεθώνη αποτελούσε μήλο της έριδος. Βρίσκεται σε σημείο στρατηγικό, στο απώτατο νοτιοδυτικό άκρο της Πελοποννησιακής γης και αυτή η κακή της τύχη έμελλε να την συνοδεύει πάντα. Η ιστορία αυτής της κωμόπολης ταυτίζεται μπορείς να πεις με την ιστορία αυτού του κάστρου. Αν θέλεις να δεις το παρόν ενός τόπου που επισκέπτεσαι, κοίτα και την ιστορία του λίγο. Από πολύ νωρίς μαρτυρείται οχυρωμένη. Με τη λήξη του δεύτερου μεσσηνιακού πολέμου, οι Μεθωναίοι φυγαδεύονται στην Ιταλία και στη θέση τους οι Σπαρτιάτες εγκαθιστούν Ναυπλιείς. Το 431 την πολιορκούν οι Αθηναίοι και σύμμαχοι, αποτυγχάνουν όμως να την πάρουν χάρη στην επέμβαση του Βρασίδα. Το 369 την «ελευθερώνει» ο Επαμεινώνδας (τα εισαγωγικά απαραίτητα). Το 31 την πολιορκεί και την κυριεύει ο Αγρίπας. Στη ρωμαϊκή εποχή αναπτύσσεται εμπορικά μέχρι που κόβει και δικά της νομίσματα - προνόμια που έδινε η Ρώμη στις πόλεις που ήταν στον αυτοκρατορικό δρόμο των αγαθών που εισέρρεαν από την ανατολή και το νότο. Βυζάντιο: μνημονεύεται μαζί με την Πάτρα ως σημαντική πόλη του Μωριά. Φραγκοκρατία: ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος ορμώμενος από τη Μεθώνη υποτάσσει το Μωριά. Το 1209 με τη συμφωνία της Σαπιέντζας παραχωρείται στους Ενετούς, που τη θέλουν προφυλακή τους για την Κρήτη. Φτάνει... Η Σαπιέντζα, ένα απόκρημνο ερημονήσι μπροστά στον όρμο της Μεθώνης, έχει παραχωρηθεί στην ελληνική αεροπορία για πεδίο βολής των αεροπλάνων. Ούτε και σήμερα μπορεί να ησυχάσει.

Σ΄ όλο το μεσαίωνα αποτελεί ναυτικό σταθμό μεταξύ ανατολής και δύσης. Το διαμετακομιστικό εμπόριο φέρνει σε επαφή και επιμιξία όλους τους λαούς της Μεσογείου. Δημιουργείται ένα άκρως ιδιότυπο κοινωνικό-κοσμοπολιτικό καθεστώς, μάλιστα βρέθηκε λέει στα αρχεία της Βενετίας κείμενο συνθήκης από τη Μεθώνη του 1417 μεταξύ Βενετών και Φράγκων γραμμένο στα ελληνικά (δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα - κι ας ήταν μόνο δυο...). Σε κάτι τέτοια μέρη θα πρέπει να γεννήθηκαν τα φραγκολεβαντίνικα. Στο μεταξύ βέβαια ο τόπος είναι μόνιμος στόχος των Σαρακηνών και Αράβων και όλων των υπόλοιπων πειρατών, που την τιμούν με τις συχνές επισκέψεις τους.

Τα κάστρα είναι χώροι δυνατοί. Αποκαλύπτουν τα τρομερά ένστικτα του ανθρώπινου πλάσματος, της επιθετικότητας και της αυτοσυντήρησης, στην πιο κραυγαλέα και βίαιη εκδοχή τους. Αναστατώνεσαι, παρατηρείς τον κόσμο της πέτρας και οσφραίνεσαι την ανθρώπινη ιστορία, το ανθρώπινο κρέας, την ανθρώπινη μοίρα. Και θυμάσαι εκείνη την τρομερή ρήση που λέει ότι δυο είναι τα πολύτιμα μέταλλα του κόσμου και μάλιστα με την ίδια αξία: το χρυσάφι και το μολύβι.

Το 1293 οι Βενετοί ενισχύουν σημαντικά το φρούριο, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, με αφορμή τον ανταγωνισμό τους με τους Γενοβέζους. 9 Αυγούστου του 1500: μετά από λυσσαλέα πολιορκία 100.000 Τούρκων με 500 κανόνια (φαντάσου πόσο πολύτιμο μολύβι ξοδεύτηκε) πέφτει στα χέρια του Βαγιαζήτ. Αυτός διατάζει να στηθούν δυο πύργοι με τα κεφάλια των αρσενικών άνω των δέκα χρόνων. (Θεέ φαντασία που έδωσες στο Homo sapiens!) Τα γυναικόπαιδα πουλιούνται σκλάβοι (το χρυσάφι που αποκτήθηκε ήταν περισσότερο;). Στα μέσα του ίδιου αιώνα πέφτει στα χέρια των Ιπποτών της Μάλτας. (Αυτοί μήπως φέρθηκαν πιο ιπποτικά;) 1686: Ο Φραγκίσκος Μοροζίνι, απόγονος του ιταλοποιημένου Εβραίου Ντομένικο Μοροζίν (που τού είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «terror graecorum», τρόμος των Ελλήνων) ένα περίπου χρόνο πριν τη μέρα που βομβάρδισε και λεηλάτησε τον Παρθενώνα μοσχοπουλώντας στη δύση ό,τι πρόλαβε, την εκπορθεί και πάλι για λογαριασμό των Ενετών. Και πάμε στις 16 Αυγούστου του 1715: την ξαναπαίρνουν οι Τούρκοι. 1767: από τη Μεθώνη αναχωρούν λέει οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες της Αμερικής. (Τους φουκαράδες! Μάλλον άργησαν.) 1770: από τις 29 Απρίλη μέχρι τις 17 του Μάη, στα Ορλωφικά, πολιορκείται σκληρά από Έλληνες, Ρώσους και άλλους αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Μετά το τέλος της πολιορκίας οι Τούρκοι πυρπολούν την πόλη (βγάλανε το άχτι τους οι καημένοι). 1821: με την έναρξη της Επανάστασης, για πέντε ολόκληρους μήνες αντιστέκεται πεισματικά στην πολιορκία Ελλήνων. Ασύντακτοι και άπειροι στρατιωτικά οι δεύτεροι, εξαναγκάζουν όμως τους υπερασπιστές σε εφιαλτικές μέρες λόγω έλλειψης εφοδίων. (Φρίκη! Πρέπει να οσφρανθείς αυτόν τον χώρο για να καταλάβεις τι σημαίνει αυτό.) Φεβρουάριος του 1825: αποβιβάζεται ο Ιμπραήμ με 5.000 Αιγύπτιους και 400 καβαλλάρηδες και την κάνει ορμητήριό του για την επέλασή του στην Πελοπόννησο. Στις 30 Απρίλη ο Μιαούλης πυρπολεί 28 από τα πλοία του, αγκυροβολημένα στον όρμο (ώστε καίγεται και η θάλασσα). Αύγουστος του 1828: από τη στρατιά του Μαιζόν απελευθερώνεται, ανοικοδομείται, εποικίζεται από λαούς και φυλές. Στην Κατοχή, οχυρώνεται από τους Ιταλούς για επικείμενη απόβαση των Συμμάχων. Δεκέμβρης του ΄41: οι Άγγλοι καταστρέφουν ιταλικό πλοίο με 3000 αιχμαλώτους, Άγγλους, Αυστραλούς, Νεοζηλανδούς και Μαύρους. («Ποιος ρωτάει τους αιχμαλώτους;») Οι Γερμανοί κατασκευάζουν μεγάλο σταθμό ασυρμάτου για της επικοινωνίες στη Μεσόγειο που καταστρέφεται το καλοκαίρι του ΄44 από αγγλική αεροπορική επιδρομή.

Βρε παιδί μου τι ιστορία...

Περιπλανιέσαι στους λαβύρινθους των προμαχώνων, σύγχρονος πορθητής λες που πασχίζει να κατακτήσει τα μυστικά του ανθρώπινου χρόνου. Οι σκοτεινές υπόγειες στοές διαδέχονται τοίχους από λιοψημένους πωρόλιθους που ορθώνονται ίσα ψηλά για να εφοδιάσουν τα έγκατα με κάθετες δέσμες από κυρίαρχο μεσογειακό φως. Βασίλειο της πέτρας, πέτρας που χτίστηκε για να ξεκόψει τον μέσα κόσμο από τον έξω. Της αιώνιας πέτρας, εκείνης που λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα από δω ξέκοβε τους μυκηναίους δυνάστες από το λαό με ανάλογο τρόπο. Έναν κόσμο οριοθετημένο από καινούργια κυκλώπεια τείχη, ασάλευτους ογκόλιθους, σιωπηλούς και διαχρονικούς μάρτυρες των αμέτρητων ζωών που είδαν να χάνονται και της καμμιάς ίσως που δεν είδαν να γεννιέται. Αλλά να! σε μια σχισμάδα του χώρου και του χρόνου, μια νέα ύπαρξη φυτοζωεί με το ελάχιστο χώμα και τον άπλετο ήλιο. Ένα άσπρο λουλούδι, ένα λουλούδι παράξενο που ποτέ μου δεν έχω ξαναδεί. Θα είναι κάποιο ενδημικό είδος. Τέτοιοι χαρακτηριστικοί χώροι με ιδιαίτερο κλίμα έχουν ενδημικά είδη. Αυτή η ευλογημένη χώρα είναι ένας μεσογειακός τόπος, ο γεωγραφικός χώρος είναι κατατμημένος σε πολλές γωνιές με ιδιαίτερο περιβάλλον κι αυτό διαφοροποιεί τα είδη. Προσπαθώ να βρω την κατάλληλη γωνία για να το φωτογραφήσω και δεν προσέχω την παρέα που με παρακολουθεί. Παραμερίζω για να περάσουν από τη στενή δίοδο, αυτοί όμως δεν περνούν. Τα γερμανικά μου με βοηθούν. «Περιμένουμε να φωτογραφίσετε». Παίρνω μια εικόνα βιαστικά και σηκώνομαι. Όμως κόβει αυτή το λουλούδι και το δίνει στον αγαπημένο της! Όταν ρωτώ γιατί το έκοψε, μού απαντά με μια ερώτηση, με την πιο φυσική και ευγενική απορία του κόσμου: «μάς συγχωρείτε! είναι η περιοχή δική Σας;». Αχχ... σε τι γλώσσα να συνεννοηθείς με βάρβαρους;

Ταξιδεύοντας στην ιστορία, ταξιδεύεις στο χρόνο. Οι επάλξεις αποπνέουν μια ζέστη από τον ήλιο που έχει επιτελέσει και σήμερα στο ακέραιο το σημερινό του καθήκον. Στο βάθος θα αρχίσει η ιεροτελεστία του σούρουπου. Στιγμή τη στιγμή βυθίζεται ο δίσκος στο υγρό χάος. Κάπως έτσι θα κιαλάριζαν την απεραντωσύνη σε άλλους αιώνες οι εκάστοτε θαμώνες του κάστρου, με αγωνία μήπως διακρίνουν τα πανιά των καινούργιων επίδοξων κατακτητών. Έχοντας ευνοηθεί προσωρινά από τη μοίρα του κατακτητή, ώφειλαν να ξέρουν πως μια μέρα θα δοκίμαζαν κι αυτοί με τη σειρά τους και τη μοίρα του κατακτημένου. «Vae victis» έλεγαν οι Ρωμαίοι - ουαί τοις ηττημένοις. Προσπαθούσαν να ξεχάσουν πως τα νεκροταφεία είναι και για τους νικητές.

Αμείλικτος που είναι ο χρόνος, το παιχνίδι της μοίρας δεν έχει αλλάξει. Συνεχίζεται και σήμερα. Οι πορθητές μόνο είναι αυτοί που έχουν αλλάξει. Προσάρμοσαν τις μεθόδους τους στις απαιτήσεις των καιρών. Όλων των φυλών και φύλων, όπως παλιά. Κάθε καρυδιάς καρύδι. Οι ορδές τους τώρα καταφθάνουν από τη στεριά, με πιο ασφαλείς μεθόδους, από την αντίθετη κατεύθυνση, από τα βορειοανατολικά. Χωρίς καν μάχη και απώλειες, περνούν ανενόχλητοι από την κεντρική πύλη και χωρίς εισιτήριο - μήπως αυτό και στο μέλλον αν συμβεί άραγε κάποτε πρόκειται να τους σταματήσει; Αγουροξυπνημένοι, φρεσκαρισμένοι, αρωματισμένοι κατ΄ ευθείαν από το δωμάτιο του πολυτελούς ξενοδοχείου, διασχίζουν τον προμαχώνα Bembo ή Loredan - όποιον από τους δυο προτιμούν πρώτο. Και αφού κατοπτεύσουν όλα τα μονοπατάκια και τις γωνιές τις γλειμμένες από τις πατούσες των προηγούμενων κατακτητών, απολαύσουν ίσως και μια (ιδιάζουσα και ενδιαφέρουσα λόγω της ιδιαιτερότητας του χώρου) αφόδευση σε ένα ανεπανάληπτο μεσαιωνικό σκηνικό (συνήθεια που δεν κατορθώνει να διαφύγει από μια στοιχειωδώς ευαίσθητη μύτη) είναι σίγουρο στη συνέχεια ότι θα φτάσουν μέχρι το τέρμα κάτω, μέχρι το Μπούρτζι, τον τουρκικό οκταγωνικό πύργο. Οι πολεμικές τους ιαχές είναι επίσης διαφορετικές, από ένα ηρεμότατο «μάς συγχωρείτε! είναι η περιοχή δική Σας;» μέχρι εκείνο το τρομακτικό ξελαρύγγιασμα που συχνά ακούει κανείς σε δημόσιους χώρους σ΄ αυτή τη χώρα «Γιωργάκη πρόσεχε θα πέσεις και θα σε σπάσω στο ξύλο!» Δε φτάνει που έπεσε ο μικρός, πρέπει να φάει και ξύλο. Όσο για τα όπλα τους, είναι κι αυτά σύγχρονα. Κρεμασμένα στο λαιμό τους προτάσσουν όλα τα τελευταία επιτεύγματα της τεχνολογίας στα 35 μιλιμέτρ, με φακούς όλων των διαμετρημάτων. Τραβούν τη φωτογραφία και φεύγουν, χωρίς να χαρίσουν ούτε για ένα λεπτό της ώρας τα μάτια τους σε αυτό που φωτογράφισαν, βιαστικοί να καταναλώσουν το επόμενο.

Τα χρώματα μετατοπίζονται στα μεγάλα μήκη κύματος, κίτρινα, πορτοκαλιά κόκκινα. Μια δυνατή μπουκαδούρα κάνει το δέρμα μου να ανατριχιάζει. Ο Παυσανίας ήδη στα «Μεσσηνιακά» του λέει ότι ο ένας από τους δυο ναούς στην πόλη ήταν της Ανεμώτιδος Αθηνάς. Προλαβαίνω να φουσκώσω τα στήθη μου με τη φρεσκάδα αυτού του πελάγους. Η τύχη της Μεθώνης φαίνεται ότι θα την συνοδεύει πάντα. Έρχεται το σκοτάδι και θα κρύψει κάθε έπαλξη, κάθε προμαχώνα, κάθε αρχαίο πωρόλιθο, κάθε λουλουδάκι που τυχόν φυτοζωεί ακόμα εκεί μέσα σε κάποια σχισμάδα. Ως κι εκείνο που δεν πρόλαβα να φωτογραφήσω, ποιος ξέρει σε ποιο κάλαθο αχρήστων. Τα ανθρώπινα στίφη εισρέουν χωρίς καμμιά τάξη, χωρίς καμμιά προοπτική, χωρίς καμμιά «τουριστική πολιτική», χωρίς καμμιά λογική. Ο τόπος αυτός - ας ήταν ο μόνος - υποφέρει, παραπαίοντας ανάμεσα στο παρελθόν του και το μέλλον του. Αλλά ποιος ρωτάει τους αιχμαλώτους;

Πάμε, να ξεφύγουμε από τους κατακτητές, Μιχάλη! Αποφασίζουμε να φτάσουμε για βράδυ στον Φοινικούντα και φτάνουμε εκεί λίγο αργά και με κάποια κούραση, γιατί ο χάρτης συνέβη να έχει τα χιλιόμετρα λιγότερα από λάθος. Μια από τις λίγες περιπτώσεις που ο χάρτης μου κάνει λάθος.

Τετάρτη 17



Τι θαύμα να ξυπνάς στην έρημη απέραντη παραλία του Φοινικούντα! Η χρυσή άμμος παίρνει και δίνει χρώμα στο πρώτο φως του ήλιου.

Στο λεπτό φλοίσβο, στην άκρη του νερού βρέχω το πρόσωπό μου με θάλασσα, νιώθω την υπέροχη αρμύρα να μού χαιδεύει τα μάγουλα. Δεν μπορώ να μην καρφώσω το βλέμμα στο βάθος αυτού του πελάγους, να θυμηθώ αυτή τη θάλασσα του ποιητή, του Νίκου Καββαδία. Λόγια διατρέχουν τη ραχοκοκκαλιά μου:

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ΄ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο μπακιρένιο αλγερινό
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.


Όχι, όχι, αυτό το πήδημα στο χρόνο δεν είναι δυνατό να το αποφύγω! Βρέθηκα στο ίδιο μέρος το 1992 και ο τόπος είχε τόσο αλλάξει, που ρώτησα για να βεβαιωθώ αν βρίσκομαι πράγματι στον «Φοινικούντα»! Πόσο εύχομαι ακόμα να μού είπαν ψέμματα! Γύρω μου υπήρχε ένα τσιμεντένιο χωριό! Τσιμεντένιες παράγκες - προς τέρψιν όλων των ιδανικών κι ανάξιων εραστών των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων.

Αυτή η μέρα, η Τετάρτη 17 Ιουλίου 1985, πρόκειται να μείνει στη μνήμη μου σαν ένα ορόσημο της καταστροφής αυτής της χώρας από τον άναρχο τουρισμό.

Τότε που ταξίδευα, με ενδιέφερε να ζω τις στιγμές του ταξιδιού μου με όλη τους την ένταση, και συνήθως δεν κουβαλούσα μαζί μου φωτογραφική μηχανή. Αν τότε εκείνη τη μέρα ήξερα το μέλλον, θα τραβούσα μια φωτογραφία της παραλίας του Φοινικούντα. Θα ήταν εκείνη μια φωτογραφία που θα έγραφε ιστορία. Θα ήταν μία εικόνα που θα άφηνε τη μνήμη της παραλίας του Φοικινούντα στην «αιωνιότητα».

...

Απίστευτο, αλλά το βράδυ απόψε θα κοιμηθούμε σε κρεββάτι. Στην Καλαμάτα, στο σπίτι κάποιων συγγενών του Μιχάλη. Νοιώθω άβολα σ΄ αυτό το κρεββάτι. Έχω συνηθίσει πια τον ύπνο πάνω στη γη, έξω στη γη. Αναπαυτικό κρεββάτι ίσον κακό κρεββάτι!

Πέμπτη 18



Στη Μάνη, βρισκόμαστε στον τόπο που γεννήθηκε ο φίλος μου. Μπορώ να διακρίνω τη χαρά του που βρίσκεται στον πρώτο του τόπο και με αυτόν τον τρόπο. Κατεβαίνει από τη σέλλα, προχωρεί με τα πόδια. Σήμερα υπάρχει κάποια κούραση για τον άπειρο φίλο μου, και θα περάσουμε το βράδυ στην Πλάτσα. Ένα χωριό ολοπέτρινο, μικρό, ήσυχο, γραφικό. Υπέροχα ασήμαντο, στοιχειωμένο με λιγοστές ηλικιωμένες ανθρώπινες φιγούρες.

Ο ήλιος δύει κόκκινος πάνω από δυο πέτρινες σκεπές και το υγρό χάος της Μεσόγειος, της πρώτης θάλασσας του κόσμου μας.

Παρασκευή 19



Σήμερα δεν έχουμε καμία σπουδαία ανηφόρα κι αυτό θα βοηθήσει τον Μιχάλη. Στο Γύθειο, τρώμε για μεσημέρι σε ένα συγγενικό του σπίτι. Σε μερικά χωριά και σε άλλα σημεία της περιοχής αυτής, συναντάμε κι άλλους συγγενείς και φίλους. Υπέροχο να συναντάς ανθρώπους ταξιδεύοντας με ποδήλατο: είναι ένα μέσο με το οποίο αξιωματικά θα έλεγε κανείς κερδίζεις τη συμπάθεια των άλλων.

Σάββατο 20



Σήμερα δεν θα κάνουμε πολλά χιλιόμετρα. Πηγαίνουμε στην ωραία Μονεμβασιά. Απολαμβάνουμε ένα μπάνιο σε μια υπέροχη θάλασσα κάτω από το κάστρο της.

Κυριακή 21



Στο Γεράκι, πηγαίνουμε σε έναν παλαιό ναό με παμπάλαιες τοιχογραφίες. Ο Μιχάλης γνωρίζει αρκετά τα μέρη αυτά. Πρόκειται για κάτι μέρη θαρρείς εξωτικά, με διάφορα σημεία ενδιαφέροντος κρυμμένα εδώ κι εκεί, εκεί που δεν θα περίμενες τίποτα. Σημάδια ανθρώπινης παρουσίας σπαρμένα στο πουθενά.

Στην αρχή της ανηφόρας για τον Κοσμά, υπάρχει εκεί μια διασταύρωση. Έχουμε τη διάθεση να περιμένουμε για πολύ, μέχρι να μας πάρει κάποιος για πάνω. Ο λόγος ένας: το λιοπύρι.

Θεέ μου τι ήλιος! Ο φίλος μου γνωρίζω ότι δεν είναι σε θέση να ποδηλατίσει στην ανηφόρα και τον παλιόδρομο κάτω από τις παρούσες συνθήκες. Αλλά ακόμα και εγώ πρέπει να καταβάλω προσπάθεια. Είναι δύσκολο να περιγραφεί αυτό που συμβαίνει εδώ, να περιγραφούν οι καιρικές συνθήκες αυτό το μεσημέρι σ΄ αυτόν τον τόπο. Πολλή ζέστη. Πραγματική δοκιμασία για έναν ποδηλάτη.

Ξεδιπλώνουμε ένα φύλλο αλουμινίου και το κρατάμε πάνω από τα κεφάλια μας. Το πήρα μαζί μου χαριστικά, μιας και είναι κάτι που ποτέ μου μέχρι τώρα δεν έτυχε να χρησιμοποιήσω. Και να που τώρα χρειάστηκε! Βρισκόμαστε σε μια μικρή κόλαση. Μπορείς φυσικά να ζήσεις, αλλά χρειάζεται προσοχή.

Περνούν δυο ποδηλάτες. Γάλλοι είναι, έρχονται από αλλού και πάνε για αλλού. Με ρωτούν αν έχω ακτινολόγο και μού ζητούν να τούς φτιάξω μια ρόδα. Η πισινή ρόδα του ενός είναι θεόστραβη και με σπασμένες ακτίνες, σε κακά χάλια. Τα χάλια τους έχουν γενικώς. Είναι πολύ ταλαίπωροι και βρωμιάρηδες, είναι για λύπηση. Του φτιάχνω την ρόδα όπως-όπως και του λέω ότι μόλις φτάσει στη Σπάρτη πρέπει να πάρει άλλη ρόδα, αν δεν θέλει να μείνει οπουδήποτε. (Νομίζω ότι όσες φορές έχω συναντήσει Γάλλους, τους έχω λυπηθεί.) Για δυο ολόκληρες ώρες δεν περνά κανείς άλλος σχεδόν. Ούτε με αυτοκίνητο δεν ταξιδεύει ο κόσμος με τέτοιες συνθήκες... (Παρένθεση στο χρόνο πάλι: δεν κυκλοφόρησαν ακόμα αυτοκίνητα με αιρ-κοντίσιον.)

Αναγκαζόμαστε να ξεκινήσουμε σιγά-σιγά με τα ποδήλατα στην ανηφόρα για Κοσμά, γιατί κανείς δεν περνά. Σε λίγα χιλιόμετρα όμως ο Μιχάλης πατάει γη, δεν μπορεί άλλο. Το νερό μας έχει τελειώσει, δεν έμεινε στάλα στα παγούρια μας. Ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι, καταναλώνει κανείς κιλά νερού κάτω από τέτοιες συνθήκες. Ο προσήλιος τόπος είναι ένας φούρνος. Ένας βοσκός εμφανίζεται ξαφνικά σαν από μηχανής θεός. Και έχει κάτι εξαιρετικά σημαντικό να μάς πει. Μάς φέρνει το καλύτερο ευαγγέλιο καταμεσής στην πύρινη κόλαση: κάπου εκεί μέσα στους θάμνους (τρέχα γύρευε τώρα αν περιμένεις να συνεννοηθείς για τέτοιες λεπτομέρειες) υπάρχει ένα... πηγάδι!

Αφήνω τον Μιχάλη στην άκρη του δρόμου κάτω από το μικρό ίσκιο ενός πουρναριού, παίρνω στα χέρια το πλαστικό δοχείο νερού (αυτό χωρά αρκετό νερό) και βάζω σε ενέργεια τις... ανιχνευτικές μου ικανότητες. Βρίσκω μετά από ώρα επιτέλους το πηγάδι, κρυμμένο μέσα στο θαμνότοπο. Είναι καταμεσής στον χειρότερο ξερότοπο του κόσμου αλλά έχει το ωραιότερο νερό του κόσμου. Καταπληκτικό μυστήριο! Πώς αυτό το νερό είναι τόσο υπέροχο; Ίσως είναι η δίψα που το κάνει τέτοιο. Αλλά δεν είναι μόνο η δίψα, αυτό το δροσερό νερό πραγματικά είναι υπέροχο! Βγάζω από το πηγάδι με τον κουβά και χύνω το νερό πάνω μου ουρλιάζοντας από ευχαρίστηση.

Επιστρέφω θριαμβευτικά με μπόλικο νερό να σώσω και τον Μιχάλη. Τα λαρύγγια μας καταβροχθίζουν ικανές ποσότητες.

Σε κάποια στιγμή περνά ένα αγροτικό και μάς παίρνει για πάνω. Στα γρήγορα πετάμε στην καρότσα τα ποδήλατα, ανεβαίνουμε κι εμείς. Αυτός ο τρελλάρας οδηγεί γρήγορα στον κατσικόδρομο, λες και θέλει να διαλύσει το αυτοκίνητό του. Μαζί με τα ποδήλατα χοροπηδάμε στην καρότσα σαν τρελοί.

Στον Κοσμά, ανασαίνουμε επιτέλους ελεύθερα καθαρό οξυγόνο και πίνουμε καθαρό δροσερό νερό. Ένα επίσης υπέροχο νερό, γιατί πρέπει να καλύψουμε τα ελλείμματα, το υδατικό μας ισοζύγιο.

Για το βράδυ θα αποζημιωθούμε, θα στήσουμε τη σκηνή μας σε ένα το υπέροχο οροπεδιάκι, κάτω από τα έλατα. Τι δροσιά! Υπέροχη βουνίσια δροσιά. Βρισκόμαστε βλέπεις σε υψόμετρο 1200 μέτρα. Το ελατόδασος είναι υπέροχο. Επίσης υπέροχο είναι μετά από την προσπάθεια όλης της μέρας, να μυρίζουμε το φαγητό μας που βράζει στο κατσαρολάκι. Ακόμα κι αν είναι απλές πατάτες... οι συνθήκες είναι που τα κάνουν όλα τόσο όμορφα.

Δευτέρα 22



Μαζεύουμε τα πράγματά μας και βγαίνουμε στην άσφαλτο, στην υπέροχη πρωινή δροσιά και έτοιμοι για την κατάβαση. Καθώς ξεκινάμε, περνά ένα γερμανικό αυτοκίνητο προς τα πάνω και ο οδηγός φωνάζει με αστείο τρόπο «you ΄ve got good brakes, hey?»

Η κατάβαση ως το Λεωνίδι είναι συναρπαστική. Το τοπίο αυτό έχω την ευκαιρία να το απολαύσω αυτή τη φορά κατεβαίνοντας. Τα φρένα μας αποδεικνύονται πραγματικά καλά, όπως και ο γερμανός δικαίως αναρρωτήθηκε. Οι ζάντες καίνε από την τριβή τόσο πολύ, που δεν μπορείς καλά καλά να τις πιάσεις με το χέρι. Χωρίς καλά φρένα εδώ, μάλλον θα είχαμε ένα μεγάλο προβληματάκι.

Η σκηνή μας αυτό το βράδυ στήνεται κοντά στον Άγιο Ανδρέα, μέσα σ΄ έναν ελαιώνα. Μια γυναίκα βγαίνει από μια διπλανή παράγκα με κότες και μάς χαρίζει αυγά. Τι ανθρώπινη κίνηση! Τα βράζουμε καλά πριν τα φάμε.

Τρίτη 23



Μετά από μια επίσκεψη στο γραφικό Ναύπλιο, αργά το μεσημέρι στον σταθμό του Άργους περιμένουμε το τραίνο για την Αθήνα. Οπωσδήποτε δεν ξανακάνουμε το λάθος να περάσουμε από τη ρύπανση των δυτικών προαστίων - αυτά τα λάθη δεν πρέπει, δεν επιτρέπεται να τα κάνει κανείς δυο φορές! Μια φορά την πατήσαμε. Ένα ωραίο ταξίδι δεν πρέπει να τελειώνει ποτέ με τόσο άσχημο τρόπο.

Ένας Δανός, ένα πανύψηλο ξανθό θηρίο μέχρι πάνω, έχει πολύ πλάκα. Για να πηγαίνουμε λέει εμείς με το ποδήλατο, θα τρώμε πολύ βούτυρο, έτσι δεν είναι; Να ένας βόρειος που δεν προσαρμόστηκε στη Μεσόγειο! Φιλαράκο, εδώ κάνεις μεσογειακή διατροφή! Μας παίρνει στην άκρη του σταθμού, γιατί θέλει λέει κάτι να μας δείξει. Μας δείχνει πάνω στις ράγες χαραγμένο στη σιδεροτροχιά έναν αριθμό, ένα έτος κατασκευής: 1874!

Δεν ξέρουμε κατά πόσο θα μάς ενοχλούσε να τελειώσει το ταξίδι μας αυτό σε ένα τραίνο του 1874! Αρκεί να τελειώσει εκεί που πρέπει – δηλ. στο σιδηροδρομικό σταθμό της Αθήνας κι όχι σε κανένα νοσοκομείο ή νεκροταφείο.

11/8/07



Ο νόμος της ελευθερίας



Ο ποδηλάτης είναι ο πιο ανεξάρτητος ταξιδιώτης.

Ένα αρχικό ερώτημα που είναι λογικό να απασχολεί κάποιον:
τι είδους ποδήλατο χρειάζομαι;

Μετακινούμενος με μεταφορικό μέσο το ποδήλατο, έχεις τη μεγαλύτερη ελευθερία που μπορείς να απολαύσεις.
• Δεν εξαρτάσαι από εξωτερικό καύσιμο.
• Δεν αδειάζεις την τσέπη σου.
• Έχεις τη μέγιστη ελευθερία μετακίνησης γιατί το ποδήλατο βολεύεται παντού (σε βάρκα, σε τραίνο, σε αυτοκίνητο κλπ) και μπορείς να το σηκώσεις στα χέρια να περάσεις οποιοδήποτε εμπόδιο.
• Έχεις ένα μέσο τόσο απλό που σπάνια θα πάθει βλάβη, και αν πάθει θα το διορθώσεις με απλά εργαλεία που βρίσκεις (ή φτιάχνεις) εύκολα.

Έχω κάνει περίπου 400.000 χιλιόμετρα, και ποτέ μα ποτέ δεν «έμεινα» από ποδήλατο. Αν μείνεις από ποδήλατο κάπου και αναγκαστείς να γυρίσεις με τα πόδια, μάλλον θα πρέπει να ψαχτείς γιατί το λάθος ήταν δικό σου και όχι του ποδηλάτου σου.

Αν μιλούσαμε για αγωνιστικό ποδήλατο, θα έπρεπε να ξέρουμε πολλά μα πάρα πολλά πράγματα. Τώρα που θέλουμε ένα ποδήλατο για ταξίδι, μας αρκεί μια χαρά να έχουμε ένα ποδήλατο αξιόπιστο και γερό. Με ένα τέτοιο ποδήλατο μπορείς να γυρίσεις τον κόσμο ολόκληρο. Μην ακούς τους "ειδικούς" με το μεγάλο στόμα. Έτσι το ένα, έτσι το άλλο, να ο σκελετός τελευταίας τεχνολογίας, να το φρένο, να ο άξονας, να το τιμόνι έτσι, να η σέλλα αλλιώς, να η ανάρτηση, να τα υδραυλικά φρένα. Θέλουν να σου πουλήσουνε τεχνολογία για να σου πάρουν περισσότερα λεφτά. Κάνε τους πέρα, και στις αγορές σου να προτιμάς το πιο απλό και γερό.
• Τύπος ποδηλάτου: γενικά θα συνιστούσα το τυπικό «mountain». Σήμερα κυκλοφορεί περισσότερο, και μπορείς να βρεις εύκολα ότι χρειαστείς.
• Σκελετός: μάλλον να προτιμήσεις το κλασσικό και αθάνατο ατσάλι (χρωμιομολυβδένιο). Μην ακούς ιστορίες για το βάρος του σκελετού. Όταν ταξιδεύεις κουβάλας έτσι κι αλλιώς τόσα κιλά, που το ένα κιλό παραπάνω δεν κάνει διαφορά. Σημασία έχει η στιβαρή κατασκευή με καλές κολλήσεις. Γενικά οι ελαφροί σκελετοί γίνονται με υλικά που «έχουν μνήμη», δηλ. θυμούνται τους κραδασμούς, και κάποτε θα σπάσουν ξαφνικά και ίσως σε αφήσουν σύξυλο στη μέση του πουθενά. Το ατσάλι δεν έχει μνήμη, δεν θυμάται τις καταπονήσεις: αν μια καταπόνηση δεν ξεπερνά το «συμβατικό επίπεδο στρες του υλικού» μπορεί να επαναλαμβάνεται άπειρες φορές χωρίς το υλικό να υποβαθμίζεται.
• Σέλα: όχι αστεία εδώ. Θα κάθεσαι πολλές ώρες πάνω της. Δώσε μερικά χρήματα παραπάνω, και δεν θα το μετανιώσεις.
• Λάστιχα: Αν πάς περισσότερο σε χώμα πιο άγρια, αν σε άσφαλτο πιο λεία. Προσωπικά προτιμώ λεία, έχουν μικρότερες τριβές (απώλεια) κι ας μην πάνε τόσο στο χώμα, έτσι κι αλλιώς το πράγμα αποκτά σημασία στη γρήγορη οδήγηση ενώ εμείς δεν νοιαζόμαστε για την ταχύτητα. Όσον αφορά το πάχος, ας έχεις λίγο χοντρότερο στην πισινή ρόδα, αυτή που σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος.

Τα υπόλοιπα μέρη του ποδηλάτου δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία. Ακολουθούν τον γενικό κανόνα του νόμου της ελευθερίας. Να αποφεύγεις και το φτηνό και το ακριβό, αλλά αν θέλεις να δώσεις παραπάνω χρήματα κάνε το (η τσέπη σου είναι δική σου και την κάνεις ό,τι θέλεις).

Ο νόμος της ελευθερίας συμπυκνώνεται στον εξής σκληρό αφορισμό: απολαμβάνουμε θαυμαστά αποτελέσματα με απλά μέσα, γράφοντας τα ακριβά και πολύπλοκα πράγματα στα ποδηλατικά μας τα παπούτσια - που ακόμα κι αυτά δεν είναι ποδηλατικά.

1600 χλμ. για την Οικολογία



Δαδιά, Νομός Έβρου, 25 Αυγούστου του 2000: είναι ένα φωτεινό ήσυχο πρωινό, με αραιή συννεφιά, καιρός ό,τι πρέπει για ποδήλατο. Δεκατέσσερις άνθρωποι, που μόλις το προηγούμενο βράδυ γνωριστήκαμε στο ραντεβού μας στον Οικοτουριστικό Ξενώνα του Δάσους της Δαδιάς, καβαλάμε τα ποδήλατά μας και στην πρωινή δροσιά ξεκινάμε. Το αποψινό βράδυ, μετά από τα 75 πρώτα χιλιόμετρα, θα το περάσουμε στην Αλεξανδρούπολη.

Αρχαία Ολυμπία, Νομός Ηλείας, 10 Σεπτεμβρίου, μεσημέρι: μια ομάδα από 25 περίπου ποδηλάτες φτάνει έξω από το Δημαρχείο. Στα ποδήλατά τους έχουν σκόνη από όλη την Ελλάδα. Στα πόδια τους έχουν 1650 χιλιόμετρα. Στη μνήμη τους έχουν 16 μέρες και 16 νύχτες. Μέρες γεμάτες μεσογειακό, ελληνικό φως, νύχτες γεμάτες αστέρια, αρώματα, ήχους, εμπειρίες της ελληνικής γης. Και η ψυχή τους είναι γεμάτη ποδήλατο, γεμάτη φύση, γεμάτη ιστορία, γεμάτη ανθρώπινη επαφή, γεμάτη πολιτισμό.

Στο ξεκίνημα της "χιλιετίας της οικολογίας", το οικολογικό πρόβλημα παραμένει το μεγαλύτερο ζήτημα, γιατί αφορά στην ίδια μας την επιβίωση. Το μήνυμα της "1ης Ποδηλατοπορείας για το Περιβάλλον και τη Ζωή" ήταν και παραμένει επίκαιρο. Το ποδήλατο επαναφέρει τις οικολογικές αξίες όσο τίποτε άλλο. Το Πανελλήνιο Δίκτυο Οικολογικών Οργανώσεων, με τις 47 οργανώσεις του διάσπαρτες στην επικράτεια, έδωσε το υπόβαθρο για την επιτυχία του γεγονότος. Ο στόχος της πρώτης φετινής πορείας ήταν διπλός: να στρέψει την προσοχή των τοπικών κοινωνιών στα οικολογικά προβλήματα (τοπικά και γενικά) και να προωθήσει τη χρήση του ποδηλάτου στην ελληνική πραγματικότητα.

Για τον καθένα μας η πορεία ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Ήταν μια αξέχαστη περιπέτεια, ένα πραγματικό παραμύθι. Μεγάλη τύχη να κάνεις ποδήλατο για 10 ώρες τη μέρα δίπλα στον Σπύρο Καφαλίδη από τις Σέρρες! Βλέποντάς τον στα 73 χρόνια του να μην τον σταματά καμμιά ανηφόρα, παίρνεις πολλή δύναμη. Ή με την Ανθή των 60 χρόνων απ΄ τα Γιάννενα! Το χαμόγελό της σε έκανε να χαίρεσαι που είσαι άνθρωπος. Ή με τον 13χρονο Αλέξη από τη Βέροια, να σού θυμίζει ότι είσαι και συ παιδί! Όλοι μια παρέα, παίρναμε δύναμη ο ένας απ΄ τον άλλο. Πρώτοι το πρωί έβγαιναν από τις σκηνές οι "μικρότεροι". Ο Σπύρος πήγαινε περίπατο, η Ανθή έφερνε σύκα στην αγκαλιά της για το πρωινό. Παρότι ξυπνούσαμε νωρίς, δε μας ενοχλούσε, αντίθετα το κέφι και τα πειράγματα έπαιρναν και έδιναν όλη τη μέρα. Άνθρωποι που δε γνωριζόμασταν μέχρι χτες γίναμε φίλοι για πάντα.

Αληθινοί ταξιδευτές, ανακαλύψαμε πάλι τη μαγεία του ταξιδιού. Περάσαμε από κάμπους, από δάση, βουνά, λίμνες, παραλίες. Από μέρη όπως η λιμνοθάλασσα του Πόρτο Λάγος, το σπήλαιο του Μααρά, τα στενά του Νέστου, η πανέμορφη Κερκίνη, η Δοϊράνη, η Κάρλα, η βόρεια Πελοπόννησος, το δάσος της κουκουναριάς στη Στροφιλιά. Νοιώσαμε το κέντρισμα του ήλιου στο δέρμα μας. Το φρέσκο αγέρι χάιδεψε τα πρόσωπά μας. Το ψιλόβροχο δρόσισε τα μάγουλα και τις ψυχές μας. Χαρήκαμε τα αγαθά της γης, σύκα, σταφύλια, βατόμουρα… Αφήσαμε τα ελληνικά τοπία, τα χρώματα, τις θάλασσες, τους ουρανούς, τις φρέσκες μυρωδιές της γης, τις εικόνες να ζωγραφιστούν στη μνήμη μας, παρακαταθήκες μέχρι να ξαναβρεθούμε κάποτε για κάτι που ξέρουμε ότι θα είναι τόσο παλιό αλλά και τόσο καινούργιο.

Μέσα από τα χωριουδάκια στην ύπαιθρο και τις πόλεις, χαιρετήσαμε όσους βρήκαμε στο δρόμο μας. Απολαύσαμε τη φιλοξενία που μας χάρισαν. Κάναμε ποδήλατο δίπλα σε μεγάλους και παιδιά που μας συνόδεψαν. Ποδηλατίσαμε μαζί με τον καβαλάρη από τους Φιλίππους, αυτόν που, στα χνάρια του Λάμπου του Φιλιππησίου (που στα 300 π.Χ. κατέβηκε μόνος μέχρι την Ολυμπία με το άρμα και τα άλογα και νίκησε στο αγώνισμα του τέθριππου) μας ξεπροβόδισε για το ίδιο μέρος, καβάλα σε ένα υπέροχο κατάμαυρο άτι. Νοιώσαμε τη ζεστασιά των ανθρώπων.

Η υποδοχή στις πόλεις και τα χωριά από όπου περάσαμε ήταν κάτι που κανένας δεν περίμενε. Οι Δήμοι κατά μήκος της διαδρομής ζητούσαν να περάσουμε από τον τόπο τους. Μάς ξεναγούσαν, μάς ενημέρωναν για τα προβλήματά τους. Μάς πρόσφεραν φαγητό, τρόφιμα, νερό, διαμονή για το βράδυ. Κι όταν μάς πρόσφεραν ξενοδοχείο, προτιμούσαμε την κατασκήνωση. Προτιμούσαμε την ελληνική φύση.

Η αποδοχή των οικολογικών μηνυμάτων από τις τοπικές αρχές και τους πολίτες μας έδωσε κουράγιο. Μακριά από τους μύθους των μέσων μαζικής ενημέρωσης, η επαφή μας με τον κόσμο έδειξε ότι η κοινωνία είναι ευαισθητοποιημένη, ζητά πληροφόρηση για τα γενικά οικολογικά ζητήματα και έπειτα από όλα αυτά δεν αδιαφορεί αλλά ζητάει λύσεις. Στα τοπικά μαζικά μέσα η πορεία πέρασε στα πρώτα θέματα. (Όχι όμως και στα κεντρικά!) Στις πρωτεύουσες των νομών γινόταν σχετικές εκδηλώσεις, όπου χαρίζαμε ποδήλατα στο Δήμαρχο, το Νομάρχη και τον Περιφερειάρχη και τους προτείναμε να μάς ακολουθήσουν.

Οικολογία και ποδήλατο έγιναν ένα. Ποδήλατο σημαίνει ανακούφιση των αστικών κέντρων, σημαίνει υγεία, σημαίνει περιβάλλον, σημαίνει οικονομία, σημαίνει αισθητική απόλαυση, σημαίνει ταξίδι, σημαίνει ανθρώπινη επαφή, σημαίνει πολιτισμός.

Στην κατάληξη της πορείας, μια σύντομη ημερίδα μετέφερε στους λίγους που παραβρίσκονταν το μήνυμα για το Περιβάλλον τη Ζωή και την Ειρήνη. Η πολιτιστική μας κληρονομιά συνιστά ένα αδιάσπαστο στοιχείο του περιβάλλοντος και η Ολυμπία αξίζει να γίνει κάτι περισσότερο από ένα σύμβολο ειρήνης μεταξύ των ανθρώπων. Μπορεί και πρέπει να γίνει ένα σύμβολο ειρήνης του ανθρώπου με το Περιβάλλον, ως επιστροφή στις αξίες της Φύσης και της Ζωής.

Με τον όρο "Περιβάλλον" εννοούμε το φυσικό κεφάλαιο, το κοινωνικό κεφάλαιο και το πολιτιστικό κεφάλαιο. Η χώρα μας είναι πολύ πλούσια σε αυτά, γι΄ αυτό και αποτελεί παραδοσιακό τουριστικό προορισμό. Ο σύγχρονος άνθρωπος, κουρασμένος από τη ζωή στις σύγχρονη πόλη, έχει μεγάλη ανάγκη από το περιβάλλον αυτό. Το μεσογειακό κλίμα, η φύση και η ιστορία του τόπου μας τον κάνουν χώρο ιδανικό για την ανάπτυξη της ποδηλατοκίνησης. Το ποδήλατο είναι το καταλληλότερο μέσο προσέγγισης προς το περιβάλλον και το αποτελεσματικότερο μεταφορικό μέσο για την προστασία των οικοσυστημάτων και του πολιτισμού. Σήμερα ο εναλλακτικός τουρισμός σταδιακά παίρνει τη θέση του μοντέλου του μαζικού τουρισμού και η πολιτεία έχει καθήκον να τον υποβοηθήσει, επειδή αυτό θα συμβάλει στην προστασία της δημόσιας υγείας, του περιβάλλοντος και της κοινωνίας. Η χώρα μας μπορεί και πρέπει να γίνει η χώρα της οικολογίας και του ποδηλάτου. Ζούμε στη χώρα του πολιτισμού και το ποδήλατο παράγει πολιτισμό.

Με το ποδήλατο το ταξίδι δεν είναι μετακίνηση, είναι εμπειρία. Την κάθε σου στιγμή, φτάνεις εκεί που βρίσκεσαι. Χωρίς την ταχύτητα, κερδίζεις τον χαμένο χρόνο. Και τον κερδίζεις για πάντα.

Τα προβλήματα τα δημιουργούμε εμείς, η κοινωνία είμαστε εμείς, ο πολιτισμός είμαστε εμείς, η οικολογία είμαστε εμείς. Είναι απαράδεκτο χώρες πυκνοκατοικημένες και με αντίξοο κλίμα όπως στη Βόρεια Ευρώπη, να έχουν μεγάλη ποδηλατοκίνηση και εμείς, η χώρα του ήλιου, με αυτό το υπέροχο φως, με τέτοια κοινωνικότητα, με τέτοιο πολιτισμό, με τέτοια ιστορία, με τέτοιο πλούσιο περιβάλλον, να είμαστε συλλέκτες των αρνητικών ρεκόρ σε όλα αυτά! Ας πάψουμε τη γκρίνια - το εθνικό μας σπορ! – κι ας περάσουμε από την αντίδραση στη δράση.

Ας το ξαναπούμε: Η χώρα μας μπορεί και πρέπει να γίνει η χώρα του ποδηλάτου και μπορεί και πρέπει να γίνει η χώρα της οικολογίας.



Η άλλη μηχανή



Είναι η απλούστερη και καταπληκτικότερη μηχανή αυτοκίνησης που κατασκεύασε ο άνθρωπος. Έχει δυο ρόδες και κινείται με τη δύναμη του ανθρώπου, κυρίως με τους μύες των ποδιών που είναι οι ισχυρότεροι μύες του σώματος.




Τα απλά πράγματα χρειάζονται οδηγίες; - Όχι. Κι όμως για αυτή τη μηχανή χρειάζονται οδηγίες. Γιατί η μηχανή αυτή είναι μια «άλλη μηχανή», μια μηχανή παρεξηγημένη. Σε αυτό το «σχολείο» δεν θα βρείς τεχνικής φύσεως πληροφορίες, τέτοιες μπορείς να βρεις σε πολλές ποδηλατικές ιστοσελίδες. Δεν απευθύνεται τόσο σε αυτούς που χρησιμοποιούν το ποδήλατό τους, αλλά σε αυτούς που δεν το χρησιμοποιούν ακόμα για τουρισμό και ταξίδι σε μεγάλες αποστάσεις. Οι πρώτοι λίγο-πολύ ξέρουν τι δεν χάνουν, οι δεύτεροι καθόλου δεν ξέρουν τι χάνουν!

Η χρήση του ποδηλάτου σε αυτό το πνεύμα, σημαίνει τρία πράγματα: υγεία, χρησιμότητα και ευχαρίστηση.
Α) Υγεία: υγεία και ατομική και συλλογική. Πρώτα-πρώτα ατομική υγεία γι΄ αυτόν που το χρησιμοποιεί, και σωματική υγεία και ψυχική υγεία. Έπειτα υγεία για το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, γιατί η χρήση του ποδηλάτου δεν επιβαρύνει την πόλη, την ύπαιθρο, το περιβάλλον από κάθε σκοπιά, σε σύγκριση με τη χρήση του αυτοκινήτου και των άλλων μηχανικών μέσων. Με το ποδήλατο δεν σεβόμαστε μόνο τον εαυτό μας, αλλά και τους άλλους.
Β) Χρησιμότητα: πρακτική αξία, αξία χρήσης, ευκολία χρήσης, μια απλή τεχνολογία και μια ευκολία που είναι άμεσα προσβάσιμη και χρησιμοποιήσιμη από τον καθένα, χωρίς γνώση, χωρίς έξοδα.
Γ) Ευχαρίστηση: ποιος δεν θυμάται το πρώτο του ποδήλατο όταν ήταν παιδί; Το ποδήλατο μας βοηθάει να μείνουμε παιδιά.

Το δικό μας ποδήλατο δεν είναι το αγωνιστικό ποδήλατο. Δεν μας ενδιαφέρει να πάμε γρήγορα. Μας ενδιαφέρουν όλα τα υπόλοιπα εκτός από την ταχύτητα!

Η πραγματική αυτοκίνηση

Εμείς αυτό-κινούμαστε πραγματικά. Η λέξη «ποδήλατο» είναι από τα πιο πετυχημένα παραδείγματα της ελληνικής γλωσσοπλασίας: πους (πόδι) + ελαύνω (οδηγώ, ωθώ, κινώ). Το ποδήλατο είναι η πραγματική αυτοκίνηση και όχι το αυτοκίνητο, γιατί το αυτοκίνητο κινείται με εξωτερική ενέργεια δηλ. με τη χημική ενέργεια του ορυκτού καυσίμου.

Για να μη παρεξηγηθώ από κανέναν "έξυπνο" αυτοκινητιστή: και εγώ έχω αυτοκίνητο. Στην οικογένεια έχουμε μάλιστα δύο αυτοκίνητα. Το κάθε εργαλείο είναι για διαφορετική δουλειά. Προσωπικά, ξέρω να χρησιμοποιώ και τα δύο - και το ίδιο εύχομαι για τον καθένα.

10/8/07

Δυτική Ελλάδα, Απρίλιος του ΄85

Εικοσιδύο μέρες



Έχω τα χέρια ακουμπισμένα στο παράθυρο κι ο φρέσκος βουνίσιος αέρας μού δροσίζει το πρόσωπο και τα μαλλιά. Το τραίνο κατηφορίζει στο Καλλίδρομο, για το σταθμό του Μπράλου. Δεν είναι μόνο τα ανθισμένα δέντρα εδώ κι εκεί, νότες χρώματος στο τοπίο, που δίνουν το στίγμα της εποχής. Στο πρώτο φως του ήλιου ο τόπος όλος περιμένει, ζει στην προσμονή της άνοιξης.

Από τη σκευοφόρο παίρνω το καινούργιο μου ποδήλατο. Έχω στο μεταξύ κάνει και κάποιες βελτιώσεις στο (αυτοσχέδιο πάντα) σύστημα στήριξης της μπροστινής σχάρας. Τροποποίησα την προηγούμενη ιδέα, κανοντάς την μια περισσότερο λαμπρή ιδέα. Έτσι και ασχοληθείς με κάτι, με λίγη παρατηρητικότητα και επιμονή, όλο και κάτι καλό θα βγει.

Σήμερα είναι "Κυριακή των Βαΐων", ο καιρός είναι θαύμα και μπορώ να πω ότι νοιώθω υπέροχα: ξεκινώ ένα ταξίδι με μια πραγματικά μεγάλη άνεση χρόνου και με πραγματικά μεγάλη διαδρομή στο σχέδιό μου. Πρώτη μου φορά θα κάνω μια τόσο μεγάλη διαδρομή. Η ιδέα αυτή με πλουτίζει, με γεμίζει προσμονή και ελευθερία. Βρίσκομαι ήδη μακριά από το σπίτι μου και νοιώθω ότι το ταξίδι αυτό έχει ήδη αρχίσει. Ας αρχίσω όμως!

Στα ψηλά της η Γκιώνα έχει λίγο χιονάκι, απομεινάρι του χειμώνα που υποχωρεί θέλει δε θέλει μπροστά σε μια θαυμάσια άνοιξη. Ποδηλατώ στη δροσιά και χαίρομαι τον τόπο όλο. Από την Άμφισσα και μετά, συναντώ πολύ δυνατό αέρα. Σε δύσκολες συνθήκες πηγαίνεις σιγά. Για τη νύχτα, η σκηνή μου στήνεται στον Άγιο Σπυρίδωνα, στην ακτή του Κορινθιακού.

Δευτέρα 8

Τόσο δυνατόν άνεμο δεν έχω συναντήσει ποτέ μου. Ακόμα και στις κατηφόρες, πρέπει να ποδηλατώ για να καταφέρνω να μετακινούμαι με μια ταχύτητα ακινησίας, με μια ταχύτητα των 5 χιλιομέτρων την ώρα. Φυσά ασταμάτητα. Οι ελιές και τα άλλα δέντρα κουνιούνται σα στοιχειωμένα θεριά. Από τον συνεχή άνεμο βουΐζουν τα αυτιά μου. Φυσά δυνατά και κυριολεκτικά ασταμάτητα! Μα τι συμβαίνει;... έτσι φυσάει εδώ σ΄ αυτόν τον τόπο; Μήπως κάποιο πνεύμα του άερα έβαλε σκοπό να ασχοληθεί με την περίπτωσή μου σήμερα τόσο πολύ; Το βράδυ με βρίσκει κατασκηνωμένο μετά την Αμφιλοχία. Τα φώτα της κωμόπολης φαίνονται ακριβώς απέναντί μου, στην άλλη πλευρά του Αμβρακικού. Αν φυσά έτσι σε αυτά τα μέρη, είναι ιδανικοί τόποι για την εκμετάλλευση της αιολικής ενέργειας. Σήμερα ήταν η ημέρα του ανέμου.

Τρίτη 9

Συναντώ όμορφους τόπους, μέρη από όπου πρώτη φορά περνώ. Πορτοκάλια πολλά υπάρχουν παντού και κάνουν τη δίψα για μένα μια έννοια άγνωστη. Όλα σχεδόν τα κτήματα στην άκρη του δρόμου, οπουδήποτε κι αν σταματήσεις, θα έχουν κατάφορτες πορτοκαλιές.
Στο γεφύρι της Άρτας αναζητώ σημάδια του μύθου, χαμένα σ΄ ένα υπέροχο ανοιξιάτικο τοπίο.

Κάπου πριν την Πρέβεζα, υπάρχει μια διασταύρωση. Αριστερά πάει για Πρέβεζα και Ηγουμενίτσα, δεξιά για Ηγουμενίτσα μέσα από τα βουνά. Όπως συνήθως στους ελληνικούς δρόμους, η σήμανση κάκιστη: υπάρχει σήμανση μόνο για τον παλιό δρόμο, δηλαδή μέσα από τα βουνά. Για τον καινούργιο, δεν υπάρχει πινακίδα. Ο καινούργιος δρόμος, όπως αργότερα θα διαπιστώσω, συμφέρει από υψομετρική άποψη. Αλλά το ταξίδι με το ποδήλατο έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: σχεδόν ποτέ δεν μετανιώνεις για τον δρόμο που πήρες! Στρίβω λοιπόν από το Καναλλάκι και από εκεί θα έχω την ευκαιρία να ανακαλύψω μέρη πολύ όμορφα, αν και θα είναι η διαδρομή μου «δυσκολότερη». Αλλά υπέροχη. Ανακαλύπτω μια καινούργια Ελλάδα και σήμερα. Απόμερες γωνιές γεμάτες από μια πολυπόθητη ειρήνη που σε γεμίζει.

Κατασκήνωσα στο Καστρί, δίπλα στο χωριουδάκι, πάνω στην όχθη του Αχέροντα. Κάτω από τα θεόρατα πλατάνια και τις ιτιές και πάνω από το ήσυχο ρεύμα του ποταμού. Με μια ασταμάτητη μουσική από πολλά αηδόνια όλες τις ώρες του εικοσιτετραώρου! Τα πουλιά αυτά είναι ακούραστα; Το τοπίο αυτό αυτή τη στιγμή του χρόνου, αυτή τη στιγμή που αυτός ο χώρος μού προσφέρει τη φιλοξενία του, είναι απλώς ειδυλλιακό. Πραγματικά, καθώς θυμάμαι τον αρχαίο μύθο, εδώ είναι ένα καταπληκτικό μέρος να πεθάνεις.

Φυσικά, είναι ένα καταπληκτικό μέρος και για να ζεις. Επίσης, και για να κοιμάσαι.

Τετάρτη 10

Βγήκα στον καινούργιο δρόμο στο ύψος του χωριού Μόρφι. Παρατηρώ την αλλαγή: είμαι καταμεσής σε έναν πλατύ καινούργιο δρόμο, εντελώς άδειον από κίνηση, απρόσωπο, βαρετό. Δεν υπάρχει ούτε διαγράμμιση ακόμα. Όταν ποδηλατείς σε μεγάλους άχαρους δρόμους, η εναλλαγή των κομματιών της διαγράμμισης είναι κι αυτή μια αλλαγή που σπάει τη μονοτονία: τεμαχίζει το ενιαίο του χρόνου σε μικρά κομματάκια! Τα χιλιόμετρα θα περάσουν αργά και βαρετά. Και μοναχικά, μιας και τα αυτοκίνητα είναι πραγματικά πολύ σπάνια.
Οι μεγάλοι δρόμοι είναι καταστροφικοί. Το μόνο που ενδιαφέρει (σε εταιρείες, κράτη, χρηματοδότες και το οικονομικό συναπάντημα) είναι να πουλάνε αυτοκίνητα. Για τις συνέπειες δεν τους νοιάζει. Ας έχουν δουλειά και οι φίλοι τους οι πολιτικοί. Ας γεμίσει λοιπόν ο κόσμος ασφαλτόδρομους. «Ανάπτυξη» για τον κοσμάκη. Και δεν είναι μόνο ο θόρυβος, η ρύπανση, τα ατυχήματα. Προς τα πάνω στα πρανή δεν βλέπεις φυσική βλάστηση, αντικρύζεις μόνο το γυμνό χώμα κι αυτό το καταθλιπτικό καφέ. Εκτεθειμένο το χώμα στις ορέξεις του ήλιου και της βροχής, δύσκολα θα πιάσει κανένα χορταράκι. Γιατί λόγος βέβαια για τις αποκαταστάσεις των πρανών ούτε να γίνεται! Ακόμα και στις ελάχιστες των περιπτώσεων (π.χ. κομμάτια εθνικής οδού) που είναι συνεπής ο εργολάβος που κάνει το έργο (δεν τα τσεπώσει και μην τον είδατε), τα δεντράκια θέλουν πότισμα για να επιβιώσουν στο ανόργανο χώμα που προέρχεται κατά κανόνα από υπέδαφος. Και ακόμα κι αν ποτιστούν τον πρώτο χρόνο, στη συνέχεια τα περιμένει η σκληρή τους μοίρα που τόλμησαν να κάνουν το μεγάλο σφάλμα, που τους έλαχε να φυτρώσουν στη χώρα της αρπαχτής. Προς τα κάτω, από την άλλη μεριά, κάνουν οι μπουλντόζες τη δουλειά τους χωρίς να τους νοιάζει πού θα πέσουν τα χώματα.

Βρίσκω ανά διαστήματα στο δρόμο χάρτινα κουτάκια με χυμό βερύκοκο, άθικτα κουτάκια γεμάτα γευστική δροσιά. Τι δώρο! Ό,τι πρέπει για την δίψα. Έπεσαν από φορτηγό. Κάθε λίγο βρίσκω και μερικά, κυρίως σε στροφές. Άνοιξε κάποιο κιβώτιο και καθώς έτρεχε ο φορτηγατζής, τα άδειαζε στις στροφές. Για τη δίψα μου, ας είναι καλά η φυγόκεντρος! Συναντώ ένα ζευγάρι Γάλλους με ποδήλατα. Έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση. Ανοργάνωτοι και ταλαίπωροι, τόσο που τους λυπάμαι, η εμφάνισή τους είναι αξιοθρήνητη, τα ποδήλατα σαράβαλα, τα σακκίδια πενταβρώμικα και σκισμένα, έχουν λιγοστά πράγματα, ίσως κάνουν πορεία «στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα». Ήρθαν σε ξένη χώρα με τέτοια τσαπατσουλιά; Η βρωμιά τους ισούται με τη βρωμιά που θα μάζευα εγώ σε έναν ολόκληρο χρόνο στο δρόμο και χωρίς να πλυθώ.

Σε μια κατηφοριά μετά από μια ανηφορική στροφή, βλέπω κάτω την Ηγουμενίτσα και αλαλάζω από χαρά. Χαίρομαι σαν παιδί που κατάφερα να τελειώσω το πρώτο κομμάτι του ταξιδιού μου, όχι μόνο χωρίς πρόβλημα αλλά με μια καταπληκτική όρεξη και σε άψογη κατάσταση! Σε ελάχιστες ώρες, θα πατώ σ΄ άλλη γη. Έτσι και γίνεται. Είναι περίπου δύο η ώρα το μεσημέρι, όταν κατεβαίνω από το φέρρυ. Εισέρχομαι στην αίσθηση της Κέρκυρας. Η πρώτη φορά μου είναι και γι΄ αυτό το μέρος. Βρίσκω εύκολα τον Ποταμό, καθώς και τους παλιούς μου φίλους.

Πέμπτη 11

Σήμερα το πρόγραμμα έχει ξεκούραση. Γνώρισα μια παρέα Ολλανδών: αντιπαθώ τη φάρα των στυγνών εμπόρων οποιασδήποτε εθνικότητας. Έμποροι που έρχονται σε μέρη όπως την Ελλάδα γιατί όλο και κάτι θα πουλήσουν. Από τσίχλες μέχρι κότερα. Ubi bene ibi patria - ας το παραφράσω: όπου κέρδος εκεί πατρίς.

Παρασκευή 12

Ξεκινώ για το βόρειο μέρος του νησιού. Ποταμός, Κασσιόπη, Περουλάδες, Σιδάρι. Η Κέρκυρα διαπιστώνω ότι είναι ένα μέρος ιδανικό για το ποδήλατο. Οι αδιάκοπες εναλλαγές του χώρου σε εντυπωσιάζουν, σε κρατάνε ζωντανό, δεν σε αφήνουν να βαρεθείς ούτε για μια στιγμή. Δεν προφταίνεις να χορτάσεις ένα τοπίο κι αμέσως, μετά την επόμενη στροφή έχεις ν΄ αντικρύσεις ένα άλλο διαφορετικό. Όλο και κάτι καινούργιο θα τραβήξει την προσοχή σου.

Κατασκηνώνω κάπου κοντά στους Περουλάδες, ένα χωριό στην άκρη του νησιού. Στήνω τη σκηνή σε ένα σημείο με θέα πάνω από το αχανές Αδριατικό Πέλαγος, κοντά στο χείλος ενός ψηλού γκρεμού πάνω από τη θάλασσα. Μόλις νυχτώσει, πιάνει μια ξαφνική καταιγίδα. Αν και η κατεύθυνση του ανέμου είναι από τη θάλασσα προς την στεριά, τραβώ τα πασσαλάκια της σκηνής από μέσα, τη ρίχνω κάτω για να μη με παρασύρει ο άνεμος και για να μη μου τη σκίσει. Είναι μια πολύ δυνατή καταιγίδα. Βρίσκομαι σε ένα σημείο εκτεθειμένο στα στοιχεία της φύσης. Το βράδυ πέρασε με κάποια ταλαιπωρία, παρόλο που η καλή ποιότητα της σκηνής με βοήθησε.

Σάββατο 13

Μεγάλο Σάββατο σήμερα. Βρέχει και κάνει αρκετό κρύο. Από την Παλαιοκαστρίτσα επιστρέφω στον Ποταμό. Έχει έναν καιρό που απέχει πολύ από τον πρόσφορο καιρό για να κάνεις ποδήλατο. Κοινώς λέγεται παλιόκαιρος. Αλήθεια, αυτή είναι μια λέξη με την οποία δε συμφωνώ, γιατί βέβαια δε φταίει σε τίποτα ο καιρός - οι άνθρωποι είναι που ενοχλούνται όταν δεν τους γίνεται το κέφι. Πιάνω τον εαυτό μου στα πράσα: είναι τόσο όμορφη η Κέρκυρα που το γεγονός του καιρού αυτού με ενοχλεί, πέφτω κι εγώ τώρα στην ίδια παγίδα! Αχ «παλιόκαιρε»...

Κυριακή 14

Μια ανάβαση στον ωραίο Πέλεκα είναι ότι πρέπει. Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι αυτό είναι το πιο ήσυχο Πάσχα που έχω περάσει ποτέ μου.

Δευτέρα 15

Σήμερα ανεβαίνω στον Παντοκράτορα. Τι υπέροχος χώρος! Χώρος που αξίζει πραγματικά πάρα πολύ, όταν μάλιστα τον κατακτάς με ένα ποδήλατο. Βράχια περίεργα, ο χώρος έχει μια ελκυστική σιωπή. Ένα υπέροχο φρέσκο αγέρι μού δροσίζει το πρόσωπο. Τα ελληνικά βουνά είναι ανεξάντλητα. Ακόμα και στα μικρότερα από αυτά, το ένα τοπίο διαδέχεται το άλλο ασταμάτητα. Κάθε βουνό είναι και ένα μάθημα εκπλήξεων.

Τετάρτη 17

Βαριά συννεφιά σήμερα. Αρκούμαι σε μικρές βόλτες μέσα στην πόλη της Κέρκυρας. Το ποδήλατο δεν σού δίνει την ευκαιρία να γνωρίσεις από κοντά τη φύση μόνο, είναι το καλύτερο μέσο να γνωρίσεις μια πόλη. Ευκαιρία να εξερευνήσω, ν΄ ανακαλύψω κάτι από την εσωτερική όψη αυτής της πόλης. Κάτι από την ανθρωπιά των ανθρώπων της.

Πέμπτη 18

Βαρέθηκα να κλείνομαι μέσα, ο καιρός με καταθλίβει. Κάτι πρέπει να κάνω, μού λείπει η δράση. Δανείζομαι έναν σάκκο της πλάτης, τον γεμίζω με τα βασικά εφόδια και φεύγω για τα νότια... αλλά με το λεωφορείο. Μετά από μια περιπλάνηση με τα πόδια μέσα στους ελαιώνες και τις άλλες ερημιές της περιοχής του νότιου ακρωτήριου, έχω καταλήξει για το βράδυ στην παρθένα φύση του Ασπρόκαβου, σε ένα ερειπωμένο μοναστήρι ή εκκλησία - ή κάτι τέτοιο.

Έχει ομίχλη και ψιλοβρέχει. Ο χώρος θυμίζει κάτι περιγραφές φριχτών γεγονότων που συναντά κανείς σε παλιά διηγήματα συγγραφέων που έπιαναν το μολύβι μόνο όταν αυτό που ήθελαν να γράψουν είχε μια ασυνήθιστη ένταση, άξιζε πραγματικά τον κόπο να γραφτεί. Υπάρχει μια ατμόσφαιρα μυστηρίου. Η ομίχλη περνά μέσα από τα σκοτεινά δέντρα και τα παλιά μισοερειπωμένα κτίσματα, σχηματίζει άλλες εικόνες, παράξενες. Ο τόπος έχει τη δική του σφραγίδα. Μια αγριάδα εντελώς δική του. Οι λίγες ώρες μέχρι να νυχτώσει περνούν σε μια μοναδική μοναξιά. Μόνη μου συντροφιά μερικά πουλιά, που φτερουγίζουν σποραδικά μέσα στους διπλανούς θάμνους. Έχει πολλή υγρασία, αλλά το βράδυ θα περάσει καλά μέσα στον πουπουλένιο υπνόσακκο.

Παρασκευή 19

Χωρίς καμμιά βιασύνη, το μόνο που έχω σήμερα να κάνω είναι να επιστρέψω στον Ποταμό. Το ταξίδι βλέπεις, ως συνολική εμπειρία, περιέχει κάποτε και την άλλη πλευρά του νομίσματος. Μια απραξία, μια αταραξία που βγάζει άλλες δυνάμεις.

Σάββατο 20

Σύμφωνα με το σχέδιο, αύριο θα αφήσω την Κέρκυρα. Υπάρχουν και άλλα ενδιαφέροντα που με περιμένουν προς το νότο.

Κυριακή 21

Πέρασα 10 μέρες στο νησί, τις αναλογίζομαι σκυμμένος στην κουπαστή του φέρρυ. Κάποιος δίπλα μου λέει ότι ήρθε στην Κέρκυρα για να περάσει το Πάσχα, ξέροντας από τα επίσημα μετεωρολογικά στοιχεία ότι ο Απρίλης στην Κέρκυρα έχει κατά μέσον όρο οχτώ μέρες βροχής, και αυτές οι οχτώ μέρες του τύχανε όλες εκεί! Δεν τύχανε μόνο σε σένα φίλε μου, τύχανε και σε μένα.

Μετά την Ηγουμενίτσα συναντώ ένα γκρουπ ποδηλατών που έρχονται από πίσω μου ένας-ένας. Έρχονται, έρχονται, δεν τελειώνουν. Ο ένας τους μιλάει επιτέλους αγγλικά, ο Πάολο. Είναι Ιταλοί, να ένας Ιταλός που μιλά ξένη γλώσσα! Κάνουν τη διαδρομή που διοργανώνει για φέτος ένα περιοδικό, μου λέει. Πέρυσι πήγαν στην Αλγερία. Τους ακολουθώ για κάμποση ώρα, με βλέπει που είμαι οργανωμένος και μου λέει ότι αν θελήσω μπορώ του χρόνου να πάω μαζί τους. Είναι πάνω από είκοσι, έχουν και αυτοκίνητο για υποστήριξη, έτσι ώστε δεν κουβαλάνε στο ποδήλατό τους παρά μόνο τον εαυτό τους. (Έτσι να δεις και εγώ τι γρήγορα που θα πήγαινα!)

Το βράδυ με βρίσκει κατασκηνωμένο δίπλα στον Λούρο, μέσα σε ένα κτήμα. Καθώς βρίσκομαι μέσα στη σκηνή, κάποιος πλησιάζει με περίεργο τρόπο. Ένας χωρικός φέρνει γύρω τη σκηνή, κρυφοκοιτάει επιφυλακτικά, λες και βλέπει ο φουκαράς κάποιο αγνώστου ταυτότητος ιπτάμενο αντικείμενο. Βάζει το κεφάλι στο σιτάκι της σκηνής, κοιτάει μέσα, υποχωρεί στα νύχια χωρίς να πει ούτε λέξη! Του μιλάω και τρέχει μακριά! Τι τού ΄μελλε σήμερα να δει στο κτήμα του, του καημένου! Αν έβλεπε ένα αγνώστου ταυτότητος ιπτάμενο αντικείμενο, αμφιβάλλω αν θα τρόμαζε περισσότερο. Ίσως είδε ένα αγνώστου ταυτότητος αντικείμενο που κυλάει, ποιος ξέρει. Αλλά οπωσδήποτε τον αθωώνει αυτή η υπέροχη αθωότητα: η αθωότητα ενός απλού χωρικού.

Τρίτη 23

Από το Μεσολόγγι στον Πύργο. Εκπλήσσομαι με τον εαυτό μου: οι αποστάσεις έχουν αποκτήσει για ένα μοναχικό ποδηλάτη μιαν άλλη αξία. Αξία χρόνου. Περνούν οι μέρες πάνω στη σέλλα σ΄ έναν άλλον ρυθμό. Περνώ μέσα από τα χωριά, τις κωμοπόλεις. Σταματώ και μιλώ με τους ανθρώπους. Τους ακούω, τους παρατηρώ. Περνώ από τα μέρη τους, εφάπτομαι στην καθημερινή τους ζωή, σε μια τροχιά παράλληλη.

Δροσίζομαι στις αστείρευτες πηγές. Παίρνω από την τροφή τους. Ζητώ στιγμές από το χρόνο τους. Κι αυτοί κάποτε ζητούν με τη σειρά τους λίγο από το δικό μου χρόνο.

Ρουφώ το αγέρι με το πρόσωπό μου. Ρουφώ τον ήλιο μ΄ όλη μου την ύπαρξη. Ηρεμώ στον ίσκιο των δέντρων. Αφουγκράζομαι τα μυστικά των πουλιών.

Τετάρτη 24

Πριν τη Ζαχάρω, βρίσκομαι να ποδηλατώ μέσα από το υπέροχο πευκοδάσος του Καϊάφα. Βλέπω τρεις ποδηλάτες που έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση. Σταματώ. Σταματούν. Είναι αμερικάνοι, καλοθρεμμένα τρυφερά παιδιά του γυμναστηρίου. Έχουν κάτι θηριώδη ποδήλατα και κουβαλάνε μαζί τους ένα ατελείωτο νοικοκυριό. Χωρίς πολλά-πολλά μού λένε ότι είναι μπίζνεσμεν, ότι ήρθαν για δυο βδομάδες για διακοπές στην Ελλάδα με το αεροπλάνο, οι δυο τους ξεκινούν και ο τρίτος βγάζει στα γρήγορα από ένα τσεπάκι πρόχειρο μια κάρτα της επιχείρησης, μού τη δίνει στο χέρι και εξαφανίζεται κι αυτός στο λεπτό.

(Χωρίς να κοιτάξω καλά-καλά την κάρτα, τη σκίζω και συνεχίζω. Στο διάβολο, ανόητες δολαριομηχανές.)

Στην Κυπαρισσία συναντώ έναν φίλο από τα φοιτητικά χρόνια της Θεσσαλονίκης. Πόσο πλουτίζει το ταξίδι σου όταν βρίσκεις παλιούς φίλους!

Μυρίζει έντονα μάραθος. Γιατί; Βρίσκομαι σε έναν τόπο κυριολεκτικά γεμάτο από αυτό το φυτό. Μάραθα είναι φυτρωμένα παντού, αρχίζοντας από τις άκρες του δρόμου. Και το όνομα του χωριού: Μαραθόπολη!

Το βράδυ είμαι κατασκηνωμένος στην γραφική Μεθώνη, πλάι στη θάλασσα. (Σημάδι του χρόνου: Αυτό το σημείο του χρόνου και του χώρου μέλλει να το θυμάμαι για πάντα, γιατί μετά από χρόνια όταν βρέθηκα ξανά εδώ, η κατάρα του μαζικού τουρισμού θα τα έχει όλα ισοπεδώσει. Το σημείο με το γρασίδι όπου τώρα ελευθώνω το σώμα μου στις χάρες του ήλιου και του αέρα, θα έχει γίνει ένα απρόσωπο και βρώμικο κάμπινγκ. Βρώμικη άσφαλτος και τσιμέντο, τόπος γεμάτος σκουπίδι και σκατό.)

Πέμπτη 25

(Ας ξανακάνω το ίδιο πήδημα στον χρόνο: ούτε ο γραφικός στενός χωματόδρομος μετά την Μεθώνη θα γλυτώσει από την ίδια κατάρα.)

Το βράδυ με βρίσκει στο Πεταλίδι. Μερικά παιδιά βρίσκουν τη σκηνή μου πρόσφορη για ένα καλό παιχνίδι.

Παρασκευή 26

Μέσω Χώρας, γύρισα στην Κυπαρισσία. Με το φίλο μου επισκεπτόμαστε στη Μουρατάδα ένα υπέροχο δάσος αριάς.

Σάββατο 27

Ανεβαίνω πάλι προς τα βόρεια, προς τον Πύργο. Επισκέπτομαι τον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας. Πρώτη φορά έρχομαι. Μετά τον αρχαιολογικό χώρο, με περιμένει το Μουσείο και ο Ερμής. Ταξίδι σημαίνει και πολιτισμός. Όταν βγαίνω έξω, συναντώ έναν άλλο αμερικάνο τουρίστα με το φορτωμένο ποδήλατό του. Αυτός ευτυχώς δε μοιάζει με τους άλλους. Όταν του λέω προς τα πού κατευθύνομαι, μού λέει με πολύ-πολύ ύφος ότι η διαδρομή μέχρι την Τρίπολη είναι «veeeeery hilly!» Και βρήκε λέει και γλιστερούς δρόμους λόγω βροχής. Και σαν απόδειξη για όλα αυτά μού προτείνει με καύχηση το χέρι του. Ο αγκώνας και ο βραχίονάς του είναι φαγωμένος από ένα γερό πέσιμο.

Η διαδρομή Ολυμπία-Τρίπολη - πραγματικά όπως ακριβώς ο αμερικάνος το είπε - είχα την ευκαιρία και μόνος μου να διαπιστώσω ότι είναι απλώς καταπληκτική! Είναι η ομορφότερη διαδρομή που έχω μέχρι σήμερα κάνει σε ελληνικό έδαφος! Απλώς συναρπαστική. Κάθε μέτρο της έχει λες και κάτι καινούργιο να σού δώσει.

Την κάθε σου στιγμή φτάνεις κάπου. Φτάνεις σε κάτι καινούργιο. Πεδιάδες, βουνά, λιβαδάκια, δέντρα, ανηφόρες, κατηφόρες, ρυάκια, πράσινο, χωράφια, δάση, βράχια, γέφυρες, χωριουδάκια, στροφές, ποταμάκια, βρύσες... Κι ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς. Ό,τι μπορεί ένας ταξιδευτής να βρει στο δρόμο του.

Για το βράδυ είμαι κατασκηνωμένος στο Λευκοχώρι. Ένα μικρό ήσυχο χωριό που ο χάρτης μου δεν το έχει, κάπου μεταξύ Σταυροδρομίου και Λαγκαδιών.

Νοιώθω πολύ πλούσιος, χάρη στη διαδρομή που έκανα σήμερα. Είμαι γεμάτος δύναμη και μια μεστή γαλήνη.

Η άνοιξη γύρω μου γιορτάζει. Ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου, ήρθε στο κλαδί της μικρής λεύκας ένα πολύ φιλικό αηδόνι που δε λέει να σταματήσει. Πάντα όταν με πλησιάζει τόσο πολύ κοντά ένα πουλί χωρίς να με φοβάται, νιώθω μεγάλη τιμή.

Κυριακή 28

Τι υπέροχο ξύπνημα! Το αηδόνι εδώ είναι πάλι και λέει τα δικά του. Με κοιτάζει από κοντά και συνεχίζει το τραγούδι απτόητο!

Το υψόμετρο με αναζωογονεί. Οι δυνάμεις μου βρίσκονται στο κατακόρυφό τους. Και σήμερα, ακολουθεί η συνέχεια της υπέροχης χθεσινής διαδρομής. Αυτό που η μέρα μου άφησε ως χαρακτηριστική μνήμη είναι η μεγάλη κατάβαση του Αχλαδόκαμπου. Μια γρήγορη κατάβαση, που από άποψη ταχύτητας με εξίσωνε με τα αυτοκίνητα. (Κι άλλο πήδημα στο χρόνο: υπόσχομαι στον εαυτό μου ποτέ να μην περάσω από τον καινούργιο δρόμο Κορίνθου-Άργους.)

Στις 15:15 έφτασα στο σιδηροδρομικό σταθμό του Άργους. Για να μην τελειώσει άσχημα ένα ωραίο ταξίδι, αποφασίζω να γυρίσω στην Αθήνα... με το τραίνο. Για να αποφύγω τα δυτικά προάστια!

Όλο αυτό το ταξίδι ήταν μια πολύ ευχάριστη και αναζωογονητική εμπειρία. Χάρη στη σωστή οργάνωση και τον εξοπλισμό που είχα μαζί μου, σε συνδυασμό με την πείρα που εύκολα απέκτησα, η ζωή μου ήταν πολύ εύκολη και ξεκούραστη. Οι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη με αμείωτο ενδιαφέρον.

Ενα άλλο πολύ σημαντικό που γνωρίζω καλά πια: άλλο πράγμα η παθητική ξεκούραση και άλλο η ενεργητική ξεκούραση. Στην πραγματικότητα, η έννοια «κούραση» απέκτησε μια για πάντα ένα διαφορετικό περιεχόμενο και νόημα, ριζικά διαφορετικό από αυτό που ο περισσότερος κόσμος εννοεί όταν λέει αυτή τη λέξη. Όταν γνωρίζεις το μυστικό της ορθής άσκησης, μέσα από τη σωματική δραστηριότητα κουρασμένος ποτέ δεν θα νοιώσεις όσο κι αν «κουραστείς». Και είναι αυτή μια ασύγκριτη αίσθηση: να είσαι συνεχώς σε ψυχοσωματική εγρήγορση - γιατί πρέπει να φροντίζεις διαρκώς τον εαυτό σου από κάθε πλευρά - κι ωστόσο να νοιώθεις τόση ενέργεια!

Σ΄ αυτό το ταξίδι έκανα ένα πείραμα με τη διατροφή μου. Απέκλεισα τα κρέατα και επίσης ο,τιδήποτε γλυκό (γρήγορα σάκχαρα). Η διατροφή μου ήταν ιδιαίτερα απλή και λιτή. Δεν έπαψα να αισθάνομαι δυνατός σαν ταύρος. Απέκτησα άμεση εμπειρία του τι σημαίνει λιτή διατροφή και δύναμη. Κατάλαβα - αυτό είναι το μεγάλο κέρδος - ότι όταν υπάρχει ποιοτικά σωστή διατροφή και σωστός τρόπος ζωής, ο οργανισμός έχει πολύ μεγαλύτερη δυνατότητα να παραμένει υγιής μέσα σε σημαντικά ευρύτερο φάσμα μη-ευνοϊκών (θεωρητικά) συνθηκών. Κέρδισα μια θαυμάσια αποτοξίνωση. Φτάνοντας στο Άργος έκανα το πείραμα: αγόρασα ένα πακετάκι μπισκότα από αυτά που πάντα έτρωγα και ήταν από τα τρόφιμα που στο ταξίδι αυτό είχα εξ αρχής αποκλείσει. Αυτό που συνέβη ήταν καταπληκτικό: μόλις το έβαλα στο στόμα, το έφτυσα από αηδία! Αποτοξίνωση λοιπόν δεν είναι το να μην τρώς τις αηδίες που δεν πρέπει, αλλά το να μην θέλεις να τα φας.

Σε 22 μέρες έκανα 1550 χιλιόμετρα. Με άριστη υγεία και ευεξία. Εικοσιδύο μέρες που με έκαναν λίγο πιο δυνατό. Λίγο πιο πλούσιο.

9/8/07

Κερκίνη, Λαϊλιάς

Μνήμη εαυτού



Δευτέρα 11 Ιουνίου 1984

Αφήνω πίσω μου τη φοιτητική απραξία. Αρκετά ταλαιπωρήθηκα με τις εξετάσεις. Θα προσφέρω στον εαυτό μου κάτι που τού αξίζει: μια βαθιά ξεκούραση, ακριβώς από εκείνο το είδος που γνωρίζω ότι μού χρειάζεται. Στο μεταξύ, με τον καιρό και χωρίς βιασύνη, δίνοντας λίγο-λίγο από τον ελεύθερο χρόνο μου, κατάφερα να κατασκευάσω μόνος μου γερές σχάρες και σακίδια για το ποδήλατό μου. Αν έχεις λίγο χρόνο, αρκετή υπομονή και μπόλικη διάθεση να μάθεις να κάνεις πράγματα που μέχρι χθες δεν γνώριζες, καθώς επίσης και λίγη εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, όλα είναι δυνατά - αλωτά πόνω άπαντα, είπε ένας αρχαίος. Και όσο για την μπροστινή σχάρα που είναι και δύσκολη στην σύλληψη και την κατασκευή της, τροποποίησα μια ιδέα από μια εικόνα που είδα σε μια διαφήμιση σε ξένο περιοδικό. Και έτσι το ποδήλατό μου απέκτησε μια μπροστινή σχάρα, πρακτική και δυνατή, που πολλοί ειδικοί έχω την εντύπωση ότι θα τη ζήλευαν. Τη συναρμολόγησα ένα απόγευμα, γέμισα τα σακκίδια με βαριά πράγματα και βγήκα στους δρόμους για να τη δοκιμάσω - λειτουργεί θαυμάσια.

Από τη Θεσσαλονίκη λοιπόν ξεκινώ ένα πρωί, κατ΄ ευθείαν από το σπίτι. Πρέπει να υποστώ για μία ολόκληρη ώρα την έξοδο από το πολεοδομικό συγκρότημα. Εκεί στις βόρειες συνοικίες, χορταίνει η ύπαρξή μου καυσαέριο. Αλλά αρκετές φορές έχω περάσει από αυτό το δρόμο, ξέρω λοιπόν τι συμβαίνει εκεί, ξέρω τι έχω να συναντήσω. Στο δρόμο για Κιλκίς, ωραία είναι τα μέρη για να ποδηλατείς. Περνώ σε μικρή απόσταση από τις όχθες της Δοϊράνης. Απολαμβάνω την υπέροχη διαδρομή μέχρι τη Βυρώνεια.

Όλη η βόρεια Ελλάδα είναι κατάφυτη. Η φύση γιορτάζει. Το πράσινο αυτό πόσο με ξεκουράζει... Ένα βαθύτατο πράσινο, χρώμα γεμάτο νόημα, κάτι από τη μυστική γλώσσα της φύσης. Μακάριοι αυτοί που γνωρίζουν, που ξέρουν να αποκρυπτογραφούν, να διαβάζουν αυτά τα μηνύματα τα ανοιχτά για όλα τα μάτια. Συναντώ στη Βυρώνεια τον Θ. όπως είχαμε συνεννοηθεί. Και ακολουθεί στη συνέχεια μια επίσκεψή μας στην ανατολική περιοχή της Κερκίνης, όπου ο φίλος μου κάνει την διατριβή του για τα πουλιά. Ο χώρος αυτός μού δίνει μια εντύπωση ξέχωρη. Μόνο με ποδήλατο αισθάνομαι ότι θα μού επιτρεπόταν να κυκλοφορώ εδώ - και μακάρι αυτό να γινότανε νόμος για όλους. Φυσικά αυτό είναι μια υπερβολή - μεγάλη άραγε;... - αλλά σε τόσο ευαίσθητους χώρους θα έπρεπε οι άνθρωποι να έχουν και τις ανάλογες ευαισθησίες. Οι ντόπιοι είναι προνομιούχοι και θα έπρεπε να διακατέχονται από άλλες αντιλήψεις για τον τρόπο της ζωής τους. Ισχύει αυτό στην πράξη; - όχι βέβαια. Δυστυχώς καθόλου, όπως και ο Θ. θα με διαβεβαιώσει.

Τέτοιοι χώροι σαν την Κερκίνη, αν αναπτύσσονταν με ένα οικολογικό σκεπτικό, ένα σκεπτικό αειφόρου ανάπτυξης, θα έκαναν αυτή τη χώρα γνωστή και περιζήτητη για το φυσικό της πλούτο. Το ποδήλατο εδώ είναι το ιδανικό μέσο. Και είναι απολύτως εκπληκτικό το γεγονός ότι αυτός ο κόσμος που μένει εδώ συμπεριφέρεται με έναν τρόπο απόλυτα καταστροφικό για τον τόπο τον δικό του. Το αυτοκίνητο έχει τρομερή πέραση στα τραγικά θύματα της διαφήμισης που δεν ξέρει από ηθική, στους απροβλημάτιστους και προβληματικούς κατοίκους της ψωροκώσταινας, αυτής της μέγαιρας που επιβιώνει και αντιστέκεται πεισματικά στα μηνύματα των καιρών. Όλος ο τόπος οργώνεται με δρόμους για το καλό μιας ανάπτυξης που ισοπεδώνει τα πάντα και θυσιάζει τον τόπο και τον πολίτη στο βωμό της δικής της πολιτικής, για το καλό των εργολάβων και όλων των παρατρεχάμενων που δεν έχουν ποτέ τσέπες γεμάτες.

Στους ήσυχους επαρχιακούς δρόμους με προσπερνάει ξαφνικά κάποιος γκαζωμένος, γεμίζοντας τον κόσμο θόρυβο και βρώμα. Τα δίτροχα των φερέλπιδων νέων της υπαίθρου βγάζουν από την εξάτμισή τους τρομακτική βρωμιά, μια μπόχα που μπορεί να συγκριθεί με βιομηχανικό φουγάρο - όχι στο μέγεθος αλλά στη «ρυπαντική αξία». Μια τόση δα τρυπούλα είναι αυτές οι εξατμίσεις αλλά τι βγάζουν! Ένα σιχαμερό σύννεφο, ανοιχτόχρωμο από το άκαυστο μίγμα και τα καμμένα λάδια, γεμάτο αρωματικούς υδρογονάνθρακες και καθόλου... αρωματικό. Οι χρήστες συμπεριφέρονται στους (δίχρονους συνήθως) αρύθμιστους και ταλαιπωρημένους κινητήρες με τη μέγιστη δυνατή βαρβαρότητα. Αλλά γενικά ό,τι φοράει κινητήρα εσωτερικής καύσης και οδηγείται από τον έλληνα αγρότη (μόνο αυτόν;) είναι μια συσκευή εξαιρετικά ρυπογόνος. Αλλά τα μηχανοκίνητα δεν είναι παρά μια μονάχα όψη ενός προβλήματος, που απλώνει τα πλοκάμια του σε κάθε πτυχή της ζωής καταμεσίς σ΄ αυτό τον παρθένο κόσμο. Είναι φριχτό να σκεφτείς ότι η υποβάθμιση αυτού του χώρου δεν οφείλεται τόσο στους ξένους, όσο στους ίδιους τους ντόπιους. Μήπως τους μίλησε ποτέ κανείς; Κι αν τους μίλησαν κάποιοι για την αξία του τόπου τους (συνήθως διάφοροι από οργανισμούς που χρηματοδοτούνται αδρά είτε γραφειοκράτες με όψιμα οικολογικά ενδιαφέροντα), θα τούς ζήτησαν (με λόγια πάντα και ποτέ με έργα) μόνο τη δική τους θυσία, χωρίς να τους υποδείξει ποτέ κανείς προοπτικές στα πρακτικά προβλήματά τους και τις υπαρκτές καθημερινές ανάγκες τους. Οπότε και η αδιαφορία τους για το περιβάλλον - δηλαδή για την οικολογική βάση της τοπικής οικονομίας τους - καταντά η κακή συνέπεια. Το ψάρι από το κεφάλι βρωμάει και οι υπεύθυνοι γι΄ αυτό το κατάντημα ξέρουν να κρύβονται ακόμα κι όταν τους βλέπουν.

Στην Κερκίνη, τον σημαντικότερο από τους ελληνικούς υγροτόπους, όταν έρχεσαι δεν χρειάζεται να είσαι ούτε βοτανολόγος, ούτε παρατηρητής πουλιών. Όταν φύγεις, ίσως να θελήσεις να γίνεις λιγάκι από αυτά.

Καθώς ποδηλατείς γύρω από τη λίμνη και επειδή δεν κάνεις θόρυβο, συναντιέσαι κάθε λίγο και από μικρή απόσταση με πουλιά και ζώα. Είναι μια απόλαυση να οδηγείς μόνος στην ερημιά και μόλις βγαίνεις από τη στροφή από τη συστάδα των δέντρων, ένα σμάρι πουλιά να σηκώνονται μπροστά σου φωνάζοντας από την όχθη για να καθίσουν σε ένα κοντινό δέντρο ή λίγο πιο μέσα στο νερό σε κάποιο μισοβουλιαγμένο ξερόκλαδο. Τα ζώα δε φεύγουν συνήθως, επειδή το πιθανότερο θα είναι ήμερα. Άλογα, αγελάδες, γαϊδούρια, σκύλοι, πρόβατα, κατσίκες, βουβάλια να τσαλαβουτάνε στο νερό για δροσιά. Ήρθαν τα ήμερα και διώξανε τα άγρια, και μετά ήρθε το αγριότερο ζώο, ο άνθρωπος.

Πελαργοί φωλιάζουν στις κορυφές των στύλων και πρέπει να είναι από τα λίγα μέρη στην Ελλάδα όπου αυτά τα πουλιά ζουν ακόμα με μια τέτοια σχετική αφθονία. Σε τέτοιους χώρους, ο ποδηλάτης μπαίνει μέσα στον ένα παράδεισο μετά τον άλλον. Αυτοί οι παρθένοι χώροι απολαμβάνουν κάτι πολύ λιγότερο από το μερίδιο του τουρισμού που θα έπρεπε (θα μπορούσαν) να δικαιούνται - αλλά «απολαμβάνουν» περισσή ρύπανση, βρωμιά και εγκατάλειψη. Του τουρισμού όμως με μια άλλη έννοια - όχι με την λογική των αριθμών αλλά με την λογική της ποιότητας των πραγμάτων. (Σε ποιον να μιλήσεις για τον πόνο σου;) Για το βράδυ, έχω στήσει τη σκηνή μου δίπλα στο ανάχωμα του Στρυμώνα, κοντά στο σημείο όπου ξεκινά ο δρόμος για το Άγγιστρο. Σύννεφα από κουνούπια! Κλείνομαι στη σκηνή για να γλυτώσω από τα κουνούπια. Θεέ μου τι κουνούπια!

Σήμερα έκανα 157 χιλιόμετρα σε άσφαλτο και άλλα 36 σε χώμα, και μάλιστα εντελώς άνετα, χωρίς να πιέσω καθόλου τον εαυτό μου. Δε νομίζω ότι είχα ή έχω κανένα απολύτως πρόβλημα. Έχω μπροστά μου έναν ήσυχο ύπνο. Κάνω μια σύγκριση και σκέφτομαι τη διαφορά με το προηγούμενο βράδυ. Είναι αυτό μια πραγματική αντίθεση, τη μια νύχτα να κοιμάσαι μέσα στην πόλη της Θεσσαλονίκης και την επόμενη νύχτα να χαλαρώνεις μέσα στη σκηνή σου, στην έρημη και ήσυχη όχθη του Στρυμώνα.

Οι μόνοι ήχοι που σε φτάνουν είναι οι ήχοι του νερού. Τίποτε άλλο.

Τρίτη 12

Είναι η δεύτερη φορά που έρχομαι στον Λαϊλιά. Από την άλλη φορά δεν έχω συγκρατήσει πολλές αναμνήσεις. Ήταν τότε μια ημερήσια εκπαιδευτική εκδρομή με το πανεπιστήμιο, τόσο βιαστική που τίποτα δεν πρόλαβα τότε να δω. Σήμερα όμως αισθάνομαι τον εαυτό μου πολύ προνομιούχο. Ανεβαίνοντας σιγά-σιγά, περνώντας από τα μέρη του βουνού αθόρυβα, χωρίς καμμιά βιασύνη αφήνω το δάσος, αφήνω τον τόπο να μού δίνει χωρίς εμπόδιο τα μηνύματά του.

Έχει πολλή υγρασία και ψιλοβρέχει. Κάνει και κρύο εδώ ψηλά. Δεν υπάρχει κανένας άνθρωπος πουθενά. Δεν υπάρχει ψυχή. Αφουγκράζομαι μήπως και ακούσω κάποιον θόρυβο. Τίποτα... Το απόλυτο τίποτα θαρρείς. Ησυχία. Μια βαθειά ησυχία, μια βαθειά γαλήνη. Απόλυτη γαλήνη.

Το δάσος είναι τρομερό. Η ερημιά και η αγριάδα του τοπίου αυτού είναι για γερά νεύρα, για τους τολμηρούς. Βγαίνω στο πυκνό δάσος, στέκομαι ακίνητος. Παρατηρώ χωρίς σκέψη, παρατηρώ τον χώρο που με περιβάλλει. Το μόνο που μπορείς ν΄ ακούσεις, και με προσπάθεια για να συλλάβει το αυτί τους λεπτούς ήχους, είναι ο ιδρώτας του απέραντου δάσους, τα λεπτότατα ηχητικά σήματα του νερού που ακολουθεί τον αρχαίο αβίαστο και σίγουρο δρόμο.

Δεν έχω παρά να γείρω το κορμί μου στο φιλόξενο στρώμα με τις πευκοβελόνες, την αφράτη γη. Δε μένει παρά να περιμένω στο πρόσωπό μου τις φρέσκες σταγόνες.

Χαλαρός, ελεύθερος, ανακαλύπτεις απρόσμενο πλούτο. Το δάσος μπορεί να φαίνεται από πρώτη ματιά ακίνητο, αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Παρατηρείς, ανακαλύπτεις μια ασυγκράτητη κίνηση, έναν αέναο οργασμό, την άπιαστη δύναμη του κόσμου να κατακλύζει κάθε γωνίτσα.

Και η μόνη επιλογή σου είναι να συμμετέχεις.

Έχω καταφύγει κάτω από ένα υπόστεγο, σ΄ ένα ξύλινο δασικό σπιτάκι. Εδώ θα περάσω και το βράδυ, παρέα με τους λύκους οπωσδήποτε.

Απόλυτη ερημία. Οι θεόρατοι άσπροι κορμοί της δασικής πεύκης ορθώνονται σα γιγάντιες λαμπάδες, κάνοντας αντίθεση με το βαθύ πράσινο φύλλωμα. Εδώ υπάρχει η σιωπή, η απόλυτη σιωπή. Μια τόσο εύγλωττη σιωπή, θεέ μου... Το δάσος είναι τρομερό. Μακάριοι αυτοί που ξέρουν να διαβάζουν τη γλώσσα του.

Τετάρτη 13

Επιστρέφω. Ο καιρός είναι βροχερός και κάνει κρύο. Το ταξίδι αυτό, όσο μικρότατο κι ας ήταν, δεν ήταν μόνο ένα ευχάριστο διάλειμμα. Ήταν κάτι πιο βαθύ: μια αναζωογονητική εμπειρία. Μια μικρή αναγέννηση. Έχει πραγματικά μια εσωτερική μαγεία το ταξίδι. Μπορείς να ταξιδεύεις με ένα ποδήλατο χωρίς τίποτα να στερείσαι, κι όχι μόνο με τις ιδανικές συνθήκες αλλά με οποιεσδήποτε συνθήκες. Αλλά εδώ έρχεται η στιγμή μιας κρίσιμης αλλαγής. Έρχεται η μικρή στιγμή μιας μεγάλης προσπάθειας.

Εδώ τελειώνει αυτό που υπήρχε και στο εξής υπάρχει αυτό που αρχίζει - και αρχίζει μια σιωπή. Η σιωπή, το προσωπικό βίωμα. Πραγματικά, αν μού ζητούσαν να δώσω έναν ορισμό της σιωπής, αυτόν θα έδινα: σιωπή είναι το προσωπικό βίωμα. Όσοι γνωρίζουν, σιωπούν. Σιωπούν και γνωρίζουν. Μια καλή αφετηρία για το δρόμο που οδηγεί στο βίωμα είναι το μεγάλο ευτύχημα να βρίσκεσαι σε έναν αγνό, παρθένο φυσικό χώρο, ελεύθερος, βουτηγμένος μέσα στις δυνάμεις της ζωής.

Αυτό το καταπληκτικό κέρδος μένει από το ταξίδι σου. Κάνεις μια ειδική μάχη με τον εαυτό σου. Βρίσκεσαι στο ιδανικό πεδίο γι΄ αυτή τη μάχη, όταν συμβαίνει να βρίσκεσαι σ΄ εκείνη την απόλυτη μοναξιά, όταν δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να κάνεις πίσω, να βρεις οποιοδήποτε υποκατάστατο της πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας που δεν διαμορφώνεις εσύ. Δεν σού ανήκει τίποτα, εσύ ανήκεις στη φύση. Το παρθένο δάσος υπάρχει και εσύ, τίποτ΄ άλλο. Είσαι μόνος και πρέπει να ζήσεις με μόνο σύντροφο τον εαυτό σου. Με ό,τι έχεις εκείνη τη στιγμή κι αυτό μόνο. Τίποτε άλλο.

Όσο νοιώθεις έστω και την παραμικρή ανασφάλεια στη φύση, ακόμα και μέσα σ΄ έναν χώρο τόσο αφιλόξενο όπως τον Λαϊλιά, αυτό σημαίνει ότι έχεις ακόμα κάτι να κάνεις με σένα. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να επιστρέφει κάποτε στον εαυτό του. Ο Λαϊλιάς θα μείνει μέσα μου ως ένα καίριο, σημαντικό προσωπικό βίωμα. Ένα προσωπικό σύμβολο. Μια πολύτιμη προσωπική μνήμη.

Πρώτο ταξίδι - δίχως ναύλο - για το νότο



Θεσσαλονίκη, Σάββατο 28 Ιανουαρίου 1984 και ώρα 12:30 το βράδυ. Έξω από το τζάμι του παραθύρου, ένας επίμονος Βαρδάρης διαιωνίζει το γνωστό χειμωνιάτικο κρύο στη θαυμάσια κατά τα άλλα φοιτητική πόλη. Ήρθε το βράδυ που θα αλλάξει το ημερολόγιό μου σελίδα. Η νωθρότητα της φοιτητικής ζωής με έχει κουράσει. Θα επισκεφθώ την Πελοπόννησο με ποδήλατο - τι ιδέα! Εδώ και μερικές μέρες, έχω ετοιμάσει μεθοδικά τα υλικά που χρειάζομαι, το ποδήλατό μου, τα σακκίδια, τα πάντα.

Ήρθε η στιγμή για το πρώτο βήμα (πιο σωστά, για την πρώτη πεταλιά). Θα ήθελα οπωσδήποτε έναν σύντροφο σ΄ αυτό, αλλά στην Ελλάδα της καλοπέρασης και των καλοπερασάκηδων αυτό αποδείχτηκε μια υπόθεση καθόλου εύκολη. Με κοιτούν με μισό μάτι και με το άλλο μάτι, ακόμα κι όταν δε λένε τίποτα με το στόμα, η απάντηση είναι φανερή: «δε μάς παρατάς, τρελλάρα;» Και σα να μην έφτανε η καλοπερασιά του νεοέλληνα, αυτός ο ωχαδερφισμός που τσακίζει κόκκαλα, είναι και χειμώνας. Οπωσδήποτε η δύσκολη εποχή, πράγμα που επιτείνει την απροθυμία. Δοκίμασα επίσης έναν άλλο τρόπο: δεν έλεγα «θέλεις να έρθεις και συ;», παρά μόνο δήλωνα: «σε τόσες μέρες φεύγω για Πελοπόννησο με ποδήλατο, αν θέλεις έρχεσαι». Ούτε αυτό έπιασε. Όλοι είναι βολεμένοι. Καλά με τον κοσμάκη της καθημερινότητας, οι φοιτητές δεν έχουν ψυχή μέσα τους; Υποτίθεται ότι είναι μαχητικοί, ανήσυχα πνεύματα, δεν συμβιβάζονται, πιάνουν τη ζωή απ΄ τα μαλλιά, μπλα μπλα... Δεν βρίσκεις σήμερα νικητές. Και ο τολμών νικά.

Με ποδήλατο δεν έχω ταξιδέψει ποτέ μου. Αλλά κάποτε όλα τα πράγματα κάνουν την αρχή τους, έτσι δεν είναι; Θα αρχίσω να ποδηλατώ από την Κόρινθο. Παρακολουθώ τις προβλέψεις της ΕΜΥ και θεωρώ και ελπίζω ότι κάτω εκεί στα νότια ο καιρός θα είναι ήπιος. Το νυχτερινό τραίνο έχει λιγοστό κόσμο. Στο άδειο κουπέ κλείνω το φως, ανοίγω τον υπνόσακκο. Η θέρμανση θεωρείται πολυτέλεια σ΄ ένα ελληνικό τραίνο. Το κούνημα του λεβιέ προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις δεν έφερε καμμιά αλλαγή. Φυσικά αυτό κάθε άλλο παρά με ενοχλεί. Κάποτε με ξύπνησε το βίαιο τράβηγμα της πόρτας. Το ενοχλητικό φως ενός φακού έπεσε στο πρόσωπό μου για μια στιγμή και ο ελεγκτής έφυγε, χωρίς να μου ζητήσει τίποτε, ούτε το εισιτήριο. «Ξένος» με σακκίδια ίσον ασήμαντος επισκέπτης... και η ασημαντότητα αυτή με ξεκουράζει.

Είναι από τις ελάχιστες φορές που ξημερώνομαι μέσα σε ένα μεταφορικό μέσο, είναι αυτό κάτι που συστηματικά αποφεύγω. Προτιμώ να ζω στιγμή τη στιγμή το ξημέρωμα έξω στη φύση! Το άλλο τραίνο κατευθύνεται προς Κόρινθο, σε καινούργιους για μένα δρόμους. Απλός θεατής κιόλας, περαστικός ταξιδιώτης κι όχι συμμέτοχος στον κόσμο αυτό, παρατηρώ. Η διαδρομή αποπνέει τη θέρμη του νότου. Πρώτη φορά βρίσκομαι εδώ κάτω. Στις 12:30 κάθομαι επιτέλους στη σέλλα μου και θεωρώ ότι το ταξίδι μου αρχίζει.

Βιάζομαι. Γιατί; Λένε ότι ο χρόνος μπορεί να είναι είτε φίλος είτε εχθρός. Αυτό τον φίλο δεν τον έχω ακόμα δαμάσει. Πρέπει να πάρω κι αυτό το μάθημα. Άλλωστε αυτός δεν είναι και ένας από τους λόγους που με ώθησαν να ταξιδέψω με το ποδήλατό μου; Στο δρόμο για το Άργος, δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι θα συναντήσω τόση ζέστη. Τέτοια εποχή, δε νομίζω ότι έχω ζεσταθεί ποτέ μου έτσι. Παρατηρώ τον εαυτό μου, τον συλλαμβάνω επ΄ αυτοφώρω να βιάζεται. Κάτι λες πως με κυνηγά. Είναι τα προβλήματα που νομίζω ότι άφησα πίσω, αυτά όμως με κυνηγούν μέσα στη σκέψη. Υπάρχουν μέσα στη σκέψη, συνεπώς υπάρχουν. Καταλαβαίνω ότι αυτό τίποτα περισσότερο από μια ανοησία δεν μπορεί να είναι. Αυτό το σημαντικό είναι που σιγά-σιγά έχω να μάθω, να αποφεύγω αυτή ακριβώς τη βασική ασοφία. Κι αυτή η μάχη θα κερδηθεί.

Σταμάτησα στην άκρη του δρόμου για να βγάλω ένα ακόμη ρούχο. Τι θερμοκρασία! Συνηθισμένος από το κρύο του βορρά, νομίζω πως βρέθηκα ξαφνικά σε μια άλλη μακρινή χώρα. Μικρή η Ελλάδα αλλά πόσο διαφέρει από τη μια γωνιά της στην άλλη!

Μια γιαγιά βγαίνει από τη διπλανή αυλή και μού δίνει μια χούφτα πορτοκάλια. Χωρίς να πει τίποτα, χωρίς να πω τίποτα, μού έδωσε μια χούφτα πορτοκάλια! Αυτή την έκφραση στο πρόσωπό της δεν θα την ξεχάσω γρήγορα. Μού φαίνεται ότι εκτός από το σώμα μου εδώ κάτω, αρχίζει να ζεσταίνεται και η ψυχή μου.

Έχω μια γεύση ελευθερίας. Με μόνη κινητήρια δύναμη τα δυο μου πόδια, ανακαλύπτω το ένα μετά το άλλο τα θαύματα αυτού του κόσμου. Οι ώρες περνούν. Προχωρά η μέρα και πρέπει να βρω ένα μέρος για να περάσω το βράδυ. Το μυαλό μου δεν είναι ακόμα χαλαρό, απασχολείται η σκέψη με τις προϋποθέσεις του ταξιδιού - κι όχι περισσότερο με αυτά που συναντώ, αυτά που συμβαίνουν. Ταξιδεύω με αυτόν τον τρόπο για πρώτη φορά κι έχω την αίσθηση ότι στην απειρία μου δεν μπορώ να προβλέπω με άνεση και ασφάλεια τι έχω μπροστά μου. Αλλά βέβαια για πρώτη μου φορά ταξιδεύω για το ταξίδι. Κι αυτό μού δίνει φτερά!

Ποδηλατώ σε ανηφοροκατηφόρες ευχάριστες και σε καλούς δρόμους. Είχα την εικόνα μιας Πελοποννήσου φτωχής, με παλιόδρομους, η πρώτη εντύπωση όμως κάθε άλλο παρά αυτή είναι. Η πραγματικότητα έχει βλέπεις την κακή συνήθεια να μάς διαψεύδει. Μέχρι το Ναύπλιο, πορεύομαι σε έναν ίσιο δρόμο και συναντώ πολλές γραμμές τραίνου που κόβουν τον δρόμο. Αρκετές φορές συναντώ τις γραμμές, πράγμα κάπως εκνευριστικό για έναν ποδηλάτη που χμμ ακόμα δεν έμαθε να μην βιάζεται...

Πριν τη δύση, φτάνω στο Ναύπλιο. Αυτή η πόλη έχει τον δικό της αέρα. Είναι πολύ ευχάριστο να περιφέρεσαι με ένα ποδήλατο σ΄ αυτά τα στενά. Η σημερινή μέρα ήταν μια «εισαγωγή». Η σκέψη ήταν περισσότερο πίσω μου κι όχι μπροστά μου, ήταν σ΄ αυτά που άφησα - οπωσδήποτε θα ήθελα να είναι περισσότερο μαζί μου. Έκανα σήμερα 80 χιλιόμετρα, τα οποία και θεωρώ λίγα, χωρίς όμως αυτό να με ενδιαφέρει. Το κλειδί του ταξιδιού δεν βρίσκεται στην ποσότητα της απόστασης που διανύεις, αλλά στην ποιότητά της. Αυτό το κατάλαβα ήδη. Ίσως είμαι ένας... καλός μαθητής.

Δευτέρα 30

Σηκώθηκα μέσα στο κρύο με πολύ κέφι. Κάνω λίγη γυμναστική και η κίνηση με ζεσταίνει αρκετά. Χόρτασα έναν ήσυχο και ανενόχλητο ύπνο και νοιώθω πολύ καλά. Είμαι σήμερα πιο ήρεμος, προσαρμόζομαι στη νέα κατάσταση, νοιώθω περισσότερο ανεξάρτητος και απόλυτα ασφαλής.

Αρχίζω να χάνομαι στην ευτυχία των τόπων και των χρόνων. Μετά το Ναύπλιο αρχίζει καινούργιος κόσμος. Ο νότος έχει τη δική του μαγεία.

Μερικοί άνθρωποι είναι σκυφτοί στη ρηχή θάλασσα μέχρι το γόνατο, γιαλώνουν. Δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι ακριβώς αυτό που κάνουν. Θα μπορούσα να σταματήσω και να μάθω... αλλά όχι, δεν θα σταματήσω! Δεν σταματώ. Έχω μια θαυμάσια διάθεση να μην παρεμβαίνω στον χώρο, θέλω μόνο να κινούμαι και να βλέπω, να είμαι ένας ουδέτερος, αθώος παρατηρητής. Αυτό μού αρκεί και με ευχαριστεί αφάνταστα. Πλάι σε μια μακριά δεντροστοιχία με ευκαλύπτους, μια σειρά τεράστια δέντρα, περνώ ένα γραφικό κανάλι με βάρκες. Από τους Μύλους μέχρι τον Άστρο, ανεβοκατεβαίνω σε ένα τοπίο με βράχια, που υπάρχουν σε τέλεια αρμονία με τη θάλασσα. Για πολλά χιλιόμετρα, ο δρόμος σέρνεται σαν ένα τεράστιο φίδι που λες ότι φοβάται και το νερό, φοβάται και να απομακρυνθεί από την ακτή ψηλά στα ξεροβούνια. Συναρπαστικός χώρος. Και ερημιά.

Στο Ξεροπήγαδο - όνομα και πράγμα! - διαπιστώνω ότι έχω χάσει κάτι που είχα δεμένο στη σχάρα του ποδηλάτου. Γυρίζω πίσω για λίγο, αλλά δεν ωφελεί, μπορεί να το έχασα πριν από μεγάλη απόσταση. (Παίρνω ένα ακόμα μάθημα: άλλη φορά φίλε μου τα πράγματα πρέπει να είναι πολύ καλά δεμένα στις σχάρες για να μη φεύγουν από τους κραδασμούς και τον άνεμο.)

Βγάζω τα ρούχα μου και μένω με κοντά, πάνω και κάτω από τη μέση. Τι θερμοκρασία!
Φτάνω στο Λεωνίδιο. Η απομόνωσή του με εντυπωσιάζει. Είναι η αρχική πρώτη εντύπωση από έναν χώρο, που σού καρφώνεται χωρίς να ξέρεις γιατί. Η πρώτη ιδέα που κερδίζει τη μνήμη. Βλέπω στο χάρτη το μοναστήρι της Έλωνας και το βάζω ως προορισμό για το βράδυ αυτό. Τα χιλιόμετρα δεν φαίνονται πολλά.

Στην έξοδο από το Λεωνίδιο, κάποιος μου φωνάζει από μακριά «εεε! έχει χιόνια επάνω! πού πας;» Φίλε μού έφτιαξες τη διάθεση! Ας είχα και την υποψία ότι θα με καταλάβεις...

Η διαδρομή με συνεπαίρνει. Χάνομαι στα βράχια. Ο δρόμος σέρνεται στις ρεματιές με τους γκρίζους και πράσινους όρθιους τεράστιους τοίχους. Αυτοκίνητα δεν υπάρχουν. Η ερημιά είναι απόλυτη. Και η γαλήνη επίσης είναι απόλυτη. Ποδηλατώ αργά στην ανηφόρα, καταμεσίς στην ηρεμία της φύσης. Ένα δροσερό και φρέσκο αγέρι κατεβαίνει μέσα από το φαράγγι και κουβαλάει μαζί του θησαυρούς, ένα σωρό μυρωδιές.

Η μέρα προχωράει προς το τέλος της. Απ΄ ότι μπορώ να συμπεράνω από το χάρτη, το μοναστήρι είναι σε υψόμετρο 600 μέτρα. Ήρθε όμως η ώρα να κουραστώ και λιγάκι - και δεν με πειράζει. Το μοναστήρι φαίνεται πάνω από το κεφάλι μου, ο δρόμος στρίβει μέσα στα βράχια, και ξαναστρίβει, και ανεβαίνει, και ξαναστρίβει, και το βράδυ έρχεται. Αλλά με την υπέροχη ψυχική κατάσταση που έχω, τίποτα δεν μπορεί να με ενοχλήσει.
Δέχονται να με φιλοξενήσουν. Μού θυμίζει το μέρος... μοναστήρι, υπάρχει μια αίσθηση μοναξιάς, που επιτείνεται από αυτό το υπέροχο βουνίσιο χειμωνιάτικο σκηνικό, το κρύο, την αχλή και το απόλυτο αυτής της μυστηριακής σιωπής. Άλλος επισκέπτης δεν υπάρχει κανείς. Χώνομαι κάτω από αρκετές κουβέρτες. Η νύχτα δεν έχει και πολύ που έπεσε.

Τρίτη 31

Μετά από 11(!) ολόκληρες ώρες ύπνου ξετρυπώνω κάτω από τις κουβέρτες. Από την πόρτα του κελλιού προς τα ανατολικά, αντικρύζω τους ορεινούς όγκους που κλείνουν την τεράστια χαράδρα κάτω να αναδιπλώνονται ο ένας πίσω από τον άλλο, μέχρι που χάνονται στη ροδαλή αχλή της ανατολής. Ο ύπνος ήταν ιδανικός, απόλυτη σιγή και τίποτα να μην σε ενοχλεί. Τι ύπνος... έχω την εντύπωση ότι κοιμήθηκα περισσότερο απ΄ όσο έπρεπε, απ΄ όσο θα μπορούσα να κοιμηθώ - απ΄ όσο μπορούσα να φανταστώ ότι μπορώ να κοιμηθώ!
Ξαναρχίζω πάλι, συνεχίζω τη χθεσινή υπέροχη διαδρομή.

Σήμερα είναι ακόμα πιο συναρπαστική. Ανηφόρα, όμορφα οροπεδιάκια, έλατα, αρκετό χιόνι σε μερικά σημεία. Τοπία διαδέχονται το ένα το άλλο, μικρές γωνιές από χρώμα και φως.
Να και ο Κοσμάς, ένα μικρό χωριό, άσπρο, κρυμμένο κάτω από το χιόνι του. Ένας Κοσμάς χωρίς κόσμο. Το χωριό είναι σιωπηλό και έρημο.

Η διαδρομή μού επιφυλάσσει μια καινούργια έκπληξη. Αρχίζει ένας δύσκολος κατήφορος. Ένας χωματόδρομος που θα με υποχρεώσει να πηγαίνω με την ψυχή στο στόμα - ή μάλλον με την ψυχή... στα λάστιχά μου για 18 ολόκληρα χιλιόμετρα. Εδώ θέλει προσοχή. Να το επόμενο μάθημα: στον τουρισμό φοράμε γερά λάστιχα, γιατί όταν συναντήσουμε κακό δρόμο - πράγμα που μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή και έξω από το πρόγραμμά μας - δεν μάς συμφέρει να έχουμε προβλήματα (δηλαδή τρύπιες σαμπρέλες και σκασμένα λάστιχα)!

Ένα κοπάδι τσοπανόσκυλα με παίρνουν είδηση από μακριά και αρχίζουν την τρομερή τους συναυλία. Ακούγονται πολλά σκυλιά... και η συναυλία ακούγεται όλο και κοντύτερα. Μέσα στη φυγή μου, εύχομαι να μην πάθω λάστιχο εκείνη τη στιγμή - ας είναι αργότερα παρακαλώ... Σε δυο ώρες, εισέρχομαι στη ζεστασιά, στον οργασμό της Μάνης. Εδώ είναι πραγματικά ήδη άνοιξη! Όλη μου η ύπαρξη πλημμυρίζει με μιαν άλλη αίσθηση.

Τα ρουθούνια μου γεμίζουν από τις ευωδιές. Αυτό είναι το βασίλειο των οσμών!
Κάθε μορφής. Το Γύθειο μοσχοβολάει κι αυτό κάτι, διαφορετικό όμως - ψάρι. Πριν φτάσω στην Αρεόπολη, να και το τρίτο μάθημα! Πρέπει να προγραμματίζεις τη διαδρομή, εκτιμώντας σωστά τις δυνάμεις σου. Πήρα αψήφιστα από την αρχή μια επίμονη ανηφόρα κι αυτό έφερε δυο κακά: με καθυστέρησε και με κούρασε. Ισχύει πάντα η γνωστή αρχή του ποδηλάτη: δεν πηγαίνεις με τα πόδια, αλλά με το κεφάλι. Όταν ταξιδεύεις, δεν πρόκειται σε μια ώρα να βρίσκεσαι στην άνεση του σπιτιού σου με το ζεστό μπάνιο και το πλατύ κρεβάτι... Μαζί μ΄ αυτό, να και το τέταρτο μάθημα: Στην ανηφόρα ζεσταίνεσαι εύκολα και εάν ο καιρός είναι πολύ κρύος και πολύ υγρός, υπάρχει το πρόβλημα ότι αν ιδρώσεις, μετά θα παγώσεις στην επόμενη κατηφόρα. Το σώμα αποβάλει την περίσσια θερμότητα από τον έντονο μεταβολισμό με τον ιδρώτα. Πρέπει λοιπόν να προσέχεις το ντύσιμό σου στον υγρό και κρύο καιρό, περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση.

Έφτασα στην Αρεόπολη όταν ήταν ήδη σκοτάδι και δεν δίστασα να ψάξω αμέσως για ξενοδοχείο. Για μια βραδιά συγχωρείται. Το βράδυ γευμάτισα σε ένα εστιατόριο.
Και λίγή άνεση δεν βλάπτει...

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου

Μετά το σπήλαιο του Διρού, ακολουθεί το μεγάλο φως, ο κόσμος της Μάνης. Τέτοιον παράδεισο δεν είχα φανταστεί ότι θα συναντούσα. Τα μέρη είναι γραφικότατα. Οι λουλουδότοποι μοναδικοί. Ένα πολύχρωμο χαλί σκεπάζει τις γωνιές της γης. Και βρισκόμαστε τώρα σε μήνα Φεβρουάριο, φαντάσου τι θα γίνεται εδώ την άνοιξη! Πρόκειται ασφαλώς για ένα τοπίο που θα μου καρφωθεί για πάντα στη μνήμη και την ψυχή μου: ένας ελαιώνας σε έναν ξερότοπο μ΄ αυτόν τον πολύχρωμο χλοοτάπητα, ανάμεσα σε μάντρες από λευκή ξερολιθιά κι άλλα πέτρινα κτίσματα. Εικόνα χαρακτηριστική, που πάντα θα φέρνω στο νου μου όταν ακούω ή διαβάζω αυτή τη λέξη «Μάνη».

Τολμώ να γευτώ ένα φραγκόσυκο, χωρίς να με πτοήσουν τα αγκάθια του, για να διαπιστώσω τη γεύση του. Είμαι σίγουρα αδέξιος, γέμισα αγκάθια στα χέρια και στο στόμα. Θέλει οπωσδήποτε κάποιο τέχνασμα για να μην το πάθεις αυτό. Αυτό θα το μάθω αργότερα, ώστε να απολαμβάνω αυτά τα φρούτα χωρίς να με ταλαιπωρούν τα αγκάθια. Μετά την ξεραΐλα της Μάνης, το οροπέδιο του Κάμπου είναι μια ευχάριστη έκπληξη. Μια έκπληξη γεμάτη βλάστηση. Έχω δει μέρη πιο πράσινα, αλλά αυτό το τοπίο απέκτησε αξία και μόνο με την αντίθεση, έτσι όπως το συνάντησα απρόσμενα μπροστά μου, όπως βρέθηκα μέσα του ξαφνικά μετά από τη μανιάτικη «έρημο». Αφού έφτασα στην Καλαμάτα, έχω τη διάθεση για μια βόλτα μέσα στην ήσυχη πόλη.

Πέμπτη 2

Κοιμήθηκα σε ένα ερημικό κτίσμα, και χορταστικά - ταξιδεύοντας με ποδήλατο έχεις απόλυτη ελευθερία. Ο καιρός είναι συννεφιασμένος. Μερικά χιλιόμετρα μετά την Καλαμάτα, μια βροχή με αναγκάζει να βρω προσωρινό καταφύγιο σε ένα υπόστεγο. Έπειτα από τις εύκολες μέρες που πέρασαν, η βροχή λειτουργεί ανασταλτικά. Κάτι μέσα μου λέει «αρκετά φίλε, πήρες την πρώτη γεύση, φτάνει για τώρα». Στο βάθος βέβαια ξέρω ότι δεν είναι έτσι. Ο χρόνος δεν δαμάζεται εύκολα.

Ταξιδεύοντας πρώτη φορά σε μεγάλες αποστάσεις, εντοπίζω μερικά προβλήματα που απαιτούν ειδική αντιμετώπιση, μακριά από την άνεση του σπιτιού σου. Το σημαντικότερο σήμερα είναι πως η πρόβλεψη του καιρού, όπως ακούω στο ακουστικό, δεν είναι καθόλου αισιόδοξη. Σε συνάρτηση με τον συνολικό χρόνο που είχα δώσει στον εαυτό μου για το ταξίδι αυτό, αποφασίζω να γυρίσω στην Καλαμάτα για το τραίνο της επιστροφής. Λές και η επιλογή μου δικαιώνεται, μετά την Μεσσήνη βρέθηκα σε έναν αξέχαστο κατακλυσμό. Εντελώς ξαφνικά, στη μέση του έρημου δρόμου, άνοιξαν οι ουρανοί. Σε λίγο στο σιδηροδρομικό σταθμό της Καλαμάτας, θ΄ αλλάξω τα ρούχα μου με στεγνά. Ήταν ένα ταξίδι που πραγματικά με αναζωογόνησε. Ένας αγώνας με τους δικούς μου όρους επιτέλους. Μόνος αντίπαλος ο εαυτός σου - κανένας άλλος. Μια ανεμπόδιστη τρελλή επαφή με τις δυνάμεις της φύσης. Μια καλή αρχή - τίποτα λιγότερο από αυτό.