Απόψε μόλις ο ήλιος πέσει, τσακ θα γυρίσεις το διακόπτη... και εγένετο φως. Άπλετο φως θα πλημμυρίσει όλα τα δωμάτια του σπιτιού σου. Κι όμως, στο 99,9% της ανθρώπινης ιστορίας διακόπτης δεν υπήρχε. Όταν ο ήλιος έδυε ο κόσμος σκοτείνιαζε, δεν έβλεπες ούτε το χέρι μπροστά στο πρόσωπό σου. Για 300.000 χρόνια και βάλε, ο κάθε ένας από όλους τους προγόνους σου πέρασε τη μισή περίπου από τη ζωή του μέσα στο μαύρο σκοτάδι. Για τον περισσότερο από αυτό το χρόνο, δεν είχαν οι άνθρωποι ούτε τα κεριά. Υπήρχε ένας μαύρος ουρανός, τα αστέρια, και όποια φωτιά μπορούσαν να κρατήσουν για τη νύχτα. Όλες αυτές τις ώρες της νύχτας, τι έκαναν οι άνθρωποι; Η απάντηση μπορεί να αλλάξει ό,τι νομίζουμε πως είχαμε κατανοήσει για τον ύπνο, τη γλώσσα, τον πολιτισμό, για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.
Ας αρχίσουμε από την φωτιά - αυτή είναι η αιτία που ο άνθρωπος κατέκτησε και τα υπόλοιπα. Οι αρχαιότερες πληροφορίες για ανθρώπους να ελέγχουν τη φωτιά προέρχονται από τη Νότια Αφρική, το σπήλαιο του Wonderwerk - η χρήση της φωτιάς προσδιορίστηκε σε χρόνο πριν από 1,5 εκατ. χρόνια περίπου. Η τιθάσευση της φωτιάς από τον Homo erectus ήταν ένα εξαιρετικό ορόσημο στην ανθρώπινη εξέλιξη, καθώς πυροδότησε μια ραγδαία αύξηση στο μέγεθος του εγκεφάλου, πράγμα που διαφοροποίησε καίρια το είδος από τα υπόλοιπα πρωτεύοντα. Κατά διάφορους ανθρωπολόγους, το μαγείρεμα της τροφής μαζί με τη νυχτερινή κοινωνικότητα, έφερε μικρότερο έντερο, μεγαλύτερο εγκέφαλο, και ισχυρότερη συλλογικότητα. Και δεν ήταν μόνο η θερμότητα τις κρύες νύχτες - η φωτιά έφερε μια αναδιοργάνωση της όλης ανθρώπινης ημέρας. Πριν τη φωτιά οι πρόγονοί μας ήταν όπως κάθε άλλο πρωτεύον θηλαστικό - όταν ο ήλιος έπεφτε, σκαρφάλωναν στα δέντρα ή έβρισκαν μια τρύπα και κούρνιαζαν ακίνητοι με την ελπίδα να μην τους ανακαλύψει κάποιος θηρευτής. Κάθε νυχτερινή κίνηση σήμαινε ότι γινόσουν τροφή κάποιου αρπακτικού. Τα ανθρώπινα μάτια είναι πολύ κατώτερα από τους θηρευτές στο σκοτάδι - τις λεοπαρδάλεις, ύαινες, λύκους, άγρια σκυλιά, λιοντάρια, και δε συμμαζεύεται. Η φωτιά πραγματικά ανέτρεψε αμέσως αυτό το φυσικό μειονέκτημα. Μια υπαίθρια φωτιά δίνει έναν κύκλο ασφαλείας περίπου 10 μέτρα σε διάμετρο, και μόλις βγεις από αυτόν τον κύκλο σε τρώνε ατάκα κι επιτόπου αλλά μέσα σε αυτόν κανένας θηρευτής δεν μπαίνει.
Μια αρχική εντυπωσιακή συνέπεια που συνόδευσε την αλλαγή ήταν ότι, η φωτιά έδωσε στους ανθρώπους εκείνους κάτι που ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν: έξτρα χρόνο, προέκταση της ημέρας, και μάλιστα σε συνθήκες ασφάλειας. Πριν τη φωτιά η χρήσιμη ημέρα τελείωνε όταν ο ήλιος έδυε - ήταν ένα χρονικό διάστημα κάπου 8-16 ώρες ας πούμε στη ροή του έτους αναλόγως εποχής/γεωγραφικού πλάτους. Η φωτιά ξαφνικά προσθέτει έξτρα χρόνο χρήσιμο στην επιβίωση. Και στη ροή των χιλιάδων γενεών που θα ακολουθήσουν, οι έξτρα ώρες σταδιακά διαφοροποιούν το είδος. Η ανθρωπολόγος Pauline W. Wiessner, που προσέφερε μια πρωτοποριακή έρευνα σχετικά με τα κοινωνικά δίκτυα, την υλική κουλτούρα και την ανθρώπινη εξέλιξη, έχοντας αφιερώσει τη ζωή της στη μελέτη των κοινωνιών των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, στις διάσημες μελέτες της απέδειξε πως ο έλεγχος της φωτιάς άλλαξε την ανθρώπινη νόηση. Η φωτιά ήταν το πρώτο κοινωνικό δίκτυο. Η Ουίσνερ κατέγραψε σε "πρωτόγονες" κοινωνίες ότι, οι συζητήσεις της ημέρας κατά το 80% αφορούν οικονομικά και πρακτικά ζητήματα -όπως ποιος θα κυνηγήσει πού, τι συμβαίνει στις καλλιέργειες, ή στα εκτρεφόμενα ζώα-, ενώ οι νυχτερινές συζητήσεις γύρω από τη φωτιά αφορούν κατά το 80% ιστορίες, μύθους, τέχνη και τραγούδια. Η επέκταση της ημέρας ενίσχυσε τη φαντασία, και τη δημιουργία πιο σύνθετων και ευρύτερων κοινωνικών δεσμών. Ενώ την ημέρα σημασία έχουν οι δουλειές, τη νύχτα η κοινότητα λέει ιστορίες, παραμύθια, παραδόσεις, νέα για άλλες γειτονικές φυλές, για ταξίδια, μύθους για την προέλευση του κόσμου, διηγήσεις και αστεία που προκαλούν το γέλιο. Η Ουίσνερ έθεσε ότι ο ανθρώπινος πολιτισμός γεννήθηκε με τις συζητήσεις γύρω από τη φωτιά. Η φωτιά στη μέση μια ομάδας ανθρώπων, ήταν το πρώτο θέατρο, το πρώτο σχολείο, ο πρώτος ναός, ο χώρος όπου οι άνθρωποι άρχισαν να σκέπτονται για το επέκεινα του παρόντος, να φαντάζονται πράγματα πριν αυτά υπάρξουν.
Εκείνη η νύχτα δεν ήταν μόνο λόγια γύρω από μια φλόγα. Ήταν κάτι περισσότερο, που οι επιστήμονες άρχισαν να ξαναανακαλύπτουν για το πώς ο άνθρωπος κοιμόταν τότε σε σύγκριση με το τώρα. Ο ιστορικός Roger Ekirch το 2001 και 2005 δημοσίευσε τα αποτελέσματα μιας πρωτοποριακής έρευνας για το νυχτερινό ύπνο, μετά από 16 χρόνια έρευνας αποδεικνύοντας ότι πριν τη Βιομηχανική Επανάσταση οι άνθρωποι κοιμούνταν σε δύο χρονικά και λειτουργικά διακριτές φάσεις ("διφασικός ύπνος"). Μέσα από την ανάλυση χιλιάδων ιστορικών πηγών - από δικαστικά έγγραφα και ημερολόγια μέχρι ιατρικά εγχειρίδια και παραγράφους της Ομηρικής Οδύσσειας - προέκυψαν τρία στάδια:
1ο στάδιο: Πρώτος Ύπνος (First Sleep):Οι άνθρωποι έπεφταν για ύπνο λίγο μετά το ηλιοβασίλεμα για περίπου 3–4 ώρες -- 2ο στάδιο: Η περίοδος εγρήγορσης: Στη μέση της νύχτας, ξυπνούσαν για 1–3 ώρες. Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου προσεύχονταν, συζητούσαν, έκαναν έρωτα, διάβαζαν κλπ. -- 3ο στάδιο: Δεύτερος Ύπνος (Second Sleep): Επέστρεφαν στο κρεβάτι για άλλες 3–4 ώρες μέχρι το ξημέρωμα.
Οι άνθρωποι έπεφταν για ύπνο μετά τη δύση του ηλίου, κοιμόταν για περίπου 4 ώρες, ξυπνούσαν, έμεναν σε εγρήγορση για 2-3 ώρες στη μέση της νύχτας, έπεφταν ξανά για ύπνο για κανένα 4ωρο ως την αυγή. Δεν υπήρχε "αϋπνία", αυτή ήταν η αυτόματη φυσική διαδικασία, έτσι κοιμόταν κάθε βράδυ κάθε άνθρωπος στα χιλιάδες χρόνια της ανθρώπινης ιστορίας. Και τι έκαναν μέσα στη μαύρη νύχτα; Η απάντηση είναι σαφής και εκπληκτική: ο,τιδήποτε. Επισκεπτόταν γείτονες, συζητούσαν για τα όνειρα όπως ήταν φρέσκα, έγραφαν, ή απλά έμεναν στο κρεβάτι σε βαθύ στοχασμό μέχρι να τους ξαναπάρει ο ύπνος. Γιατρός Γάλλος του 16ου αιώνα συνιστά τα ζευγάρια να συλλαμβάνουν παιδιά εκείνο το διάστημα. Φιλόσοφοι και ιατροί το 15ο αιώνα συνιστούν για τους ασθενείς, ότι ο καλύτερος χρόνος για στοχασμό ή μελέτη είναι εκείνο το κρίσιμο "παράθυρο του χρόνου" ανάμεσα στους δύο ύπνους, όταν ο νους είναι καθαρός, διαυγής, μέσα σε έναν κόσμο που περιμένει ήσυχος τον πρωινό ήλιο.
Τη δεκαετία του 1990 ο ψυχίατρος Thomas Wehr ανακαλύπτει, ότι ο συνεχόμενος 8ωρος ύπνος δεν είναι ο φυσικός τρόπος ύπνου του ανθρώπου, αλλά ένα τεχνητό δημιούργημα της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας και του ηλεκτρικού φωτισμού. Σε πρωτοποριακό πείραμα για την φωτοπεριοδικότητα στον άνθρωπο, απομόνωσε μια ομάδα εθελοντών στερώντας τους το τεχνητό φως κατά τη διάρκεια της νύχτας. Για έναν μήνα, οι συμμετέχοντες περνούν 14 ώρες στο σκοτάδι κάθε μέρα, προσομοιώνοντας τις συνθήκες του "προ-βιομηχανικού χειμώνα". Μετά από μερικές εβδομάδες προσαρμογής -μια υστέρηση λόγω ιστορικού συνδρόμου στέρησης του φυσικού ύπνου-, οι εθελοντές ανέπτυξαν αυθόρμητα, χωρίς σχέδιο ή υποδείξεις, ένα συγκεκριμένο μοτίβο διφασικού ύπνου: ξυπνούσαν μέσα στη νύχτα και κατά το διάστημα αυτό παρέμεναν σε μια κατάσταση «ήρεμης εγρήγορσης», χαλάρωσης ή διαλογισμού. Κατά τη διάρκεια του νυχτερινού διαλείμματος, ο εγκέφαλος παρήγαγε υψηλά επίπεδα προλακτίνης (μιας ορμόνης που σχετίζεται με τη μείωση του στρες και αίσθηση ηρεμίας όπως μετά τον οργασμό), σε συνδυασμό με την έκκριση της μελατονίνης λόγου του σκότους. Οι συμμετέχοντες δεν ένιωθαν το άγχος της αϋπνίας, αλλά μια βαθιά πνευματική διαύγεια, μια κατάσταση διαφορετική από την συνήθη κατάσταση μη-ύπνου, που προέκυψε ως μια ιδιαίτερη κατάσταση συνείδησης. Η δουλειά του Wehr συνδέθηκε με αυτή του Ekirch, αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο θεώρησης των διαταραχών ύπνου. Το ξύπνημα στη μέση της νύχτας δεν έχει τίποτε το παθολογικό, αντιθέτως είναι μια θριαμβευτική επιστροφή του σώματος στο αρχέγονο φυσικό του ρολόι.
Το "modern layout" του συνεχόμενου ύπνου προέκυψε μετά τον 19ο αιώνα, εξαιτίας του γενικευμένου επιβαλλόμενου ωραρίου του εργάτη/δούλου και του νυχτερινού φωτισμού. Μετά τα 1600, στις ευρωπαϊκές πόλεις άρχισαν να μπαίνουν λάμπες στους δρόμους για τον περιορισμό της εγκληματικότητας. Στο Παρίσι, στο Λονδίνο, η νύχτα άρχισε να μετασχηματίζεται από κίνδυνος και φόβος σε προσβάσιμος χώρος πλέον. Εμφανίστηκαν τα φτηνά κεριά από τη βιομηχανία, μετά τα 1800 οι γκαζόλαμπες, μετά το 1879 και τον Έντισον η εμπορευματοποίηση του ηλεκτρικού λαμπτήρα. Έτσι μέσα σε μία γενιά, η νύχτα όπως την ήξερε το ανθρώπινο είδος για 300.000 χρόνια έγινε παρελθόν. Μετά τον μεσαίωνα στις ευρωπαϊκές πόλεις απαγορεύονταν η κυκλοφορία τη νύχτα έξω στους δρόμους χωρίς φανό, γενικά υπήρχε ένας φόβος της νύχτας, οπότε η νέα εποχή του δημόσιου φωτός θεωρήθηκε πρόοδος, μια κοινωνική κατάκτηση. Χάσαμε όμως κάτι. Ο μέσος σύγχρονος άνθρωπος επηρεάζεται από το φως ακόμη και μετά τη δύση του ηλίου. Το τεχνητό ηλεκτρικό φως -και ιδίως το μπλε συστατικό του φωτός των οθονών οι οποίες λειτουργούν στο τριχρωμικό μοντέλο RGB-, επηρεάζει την έκκριση μελατονίνης, ορμόνη με κρίσιμο ρόλο στη ρύθμιση του ύπνου. Το σώμα δεν ξέρει τη διαφορά του λαμπτήρα και του ηλίου, δηλ. όταν το φως πέφτει στον αμφιβληστροειδή στις 11 τη νύχτα ο εγκέφαλος ξεγελιέται και νομίζει ότι είναι μέρα και κόβει την μελατονίνη, τεμαχίζει τον ύπνο, διαταράσσεται ο κιρκάδιος ρυθμός που προέκυψε από τα εκατομμύρια χρόνια της εξέλιξης. Βρήκαν ότι σε ανθρώπους που πάνε για κάμπινγκ χωρίς φως τη νύχτα καθόλου, μέσα σε μια βδομάδα ο ρυθμός της μελατονίνης άλλαξε δύο ώρες, εκκρίνονταν αμέσως μετά τη δύση του ήλιου κι όχι αργότερα.
Νομίσαμε πως κατακτήσαμε έναν καινούργιο χρόνο, αλλά δεν αλλάξαμε απλά ένα χρονικό σημείο, σβήσαμε μια πολύτιμη φάση ενεργούς συνειδητότητας, ένα πολύτιμο κομμάτι ανθρώπινου χρόνου, μια ήρεμη φυσική στοχαστική κατάσταση σκέψης, αίσθησης, νόησης, ύπαρξης. Στη θέση της ήρθε η "αϋπνία", η "διαταραχή ύπνου", με νέα φάρμακα να περιμένουν στη γωνία. Δεν πρόκειται όμως για καμία διαταραχή, πρόκειται για διατάραξη του φυσικού ρυθμού. Δεν έχει πρόβλημα το σώμα σου αν ξυπνήσεις στα άγρια μεσάνυχτα, απλώς προσπαθεί στο σκοτάδι να ξαναβρεί το φυσικό ρυθμό του. Η επιστήμη αρχίζει να κατανοεί αυτόν τον φυσικό μηχανισμό, που ο πολιτισμός που απολαμβάνεις δεν θα υπήρχε χωρίς αυτόν. Οι πρόγονοί σου δεν χρειάζονταν να ταξιδέψουν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την πόλη για να δουν το γαλαξία μια νύχτα στον ουρανό, εκείνος ήταν ο ουρανός που έβλεπαν το κάθε 24ωρο της ζωής τους. Μέσα σε εκείνη τη σιγή, την απόλυτη ησυχία της νύχτας, επικοινωνούσαν τον στοχασμό τους για τον κόσμο, το χώρο, το χρόνο, το χθες, το αύριο, τις ζωές τους, τα όνειρά τους, με τους συνανθρώπους τους και με τον εαυτό τους, στοχάζονταν και επικοινωνούσαν για τι κόσμο θα δουν όταν το πρωί ο ήλιος σκάσει πάνω από τα βουνά της ανατολής. Κι όλα αυτά τα έσβησε ένας ηλεκτρικός διακόπτης. Αυτός που εσύ κάθε βράδυ και κάθε πρωί τσακ κάνεις μια και τον ανεβάζεις ή τον κατεβάζεις όποτε γουστάρεις... και εγένετο φως.
Φωτογραφία: Και Εγένετο Φως - Λίμνη Αώου, υψόμετρο 1430μ., θερμοκρασία 1 βαθμός σε δάσος οξυάς, μετά τον "δεύτερο ύπνο" και περιμένοντας τον ήλιο να σκάσει πάνω από τα βουνά της Κατάρας στην ανατολή.


















































































